ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το ιρλανδικό θαύμα και οι ελληνικές παλινωδίες

Διέξοδο σε ιδέες από την άλλοτε κατηγορούμενη ως «νεοφιλελεύθερη» Ιρλανδία αναζητεί σήμερα ο κ. Χριστοδουλάκης σε μια προσπάθεια να προσελκύσει ξένες επενδύσεις και να σπάσει την επενδυτική άπνοια που τυλίγει την Ελλάδα.

Και να σκεφθεί κανείς ότι μόλις το 2001 ο πρωθυπουργός κ. K. Σημίτης δήλωνε σε συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής του ΠΑΣΟΚ, ότι δεν θέλουμε να γίνουμε Ιρλανδία, έχοντας στο μυαλό του τις μειώσεις φορολογικών συντελεστών (σε πολίτες και επιχειρηματίες) που εφαρμόζονταν εκεί. Ως συνεπής σοσιαλιστής συνέδεσε τη μείωση των φορολογικών συντελεστών με κάτι κακό (όπως και είναι για τις κρατικοδίαιτες συντεχνίες) και άρα συνειρμικά μετέτρεψε την Ιρλανδία σε κόκκινο πανί και σε παράδειγμα προς αποφυγή.

Η αναφορά του κ. Σημίτη έγινε αποτέλεσμα ποικίλων ειρωνικών σχολίων, που είχαν ως αποτέλεσμα ο πρωθυπουργός να ζητήσει στοιχεία από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, που θα πιστοποιούσαν το χάος που επικρατεί στην Ιρλανδία.

Οι άνθρωποι άρχισαν το ψάξιμο, αλλά τίποτα από τα στοιχεία που συγκέντρωναν δεν ενίσχυαν την πρωθυπουργική αναφορά. Αντίθετα όλα συνηγορούσαν στο ότι η Ιρλανδία είναι μια πραγματικά πλούσια χώρα με πολίτες που έχουν πολύ περισσότερη και καλύτερη κοινωνική πρόνοια από τους Ελληνες, παίρνουν υψηλότερες πραγματικές αυξήσεις και έχουν μικρή ανεργία.

Η Ιρλανδία ήλθε ξανά στην επικαιρότητα εσχάτως. Εγινε μέσω της πρωτοβουλίας του κ. Χριστοδουλάκη να υιοθετήσει ένα κατ’ εξοχήν ιρλανδικό μοντέλο που δίνει μια ιδιόμορφη φορολογική ασυλία σε μεγάλες επενδύσεις. Το αν αυτό υλοποιηθεί κάποτε είναι μια άλλη ιστορία, που σίγουρα μπορεί να ωφελήσει την οικονομία και την απασχόληση.

Οι Ιρλανδοί είναι ιδιαίτερα ευέλικτοι στην προσέλκυση επενδύσεων και έχει αποδεχθεί περίτρανα ότι μεγάλο ρόλο παίζει το σταθερό φορολογικό σύστημα. Οι υποψήφιοι επενδυτές γνωρίζουν το φορολογικό καθεστώς της επόμενης εικοσαετίας και προγραμματίζουν με άνεση τα μεσομακροχρόνια σχέδιά τους. Κάτι που δεν γίνεται στην Ελλάδα, όπου οι αλλαγές στα φορολογικά είναι συνεχείς.

Κρίσιμο στοιχείο για την προσέλκυση επενδύσεων είναι να υφίσταται η δυνατότητα φορολογικού ανταγωνισμού, γεγονός που οδηγεί στο γέμισμα των δημόσιων ταμείων, αλλά και στην καταπολέμηση της ανεργίας.

Για να συγκριθεί η πορεία της Ιρλανδίας με της Ελλάδας πρέπει να αναφέρουμε ότι στο διάστημα 1967-1976 το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ιρλανδίας από 62% που ήταν έφθασε στο 118% το 2001.

Αντίθετα, το ελληνικό κατά κεφαλή ΑΕΠ διαμορφώθηκε το 2001 στο 65% των 15 κρατών-μελών της E.E. Βρέθηκε δηλαδή στα ίδια επίπεδα με τη δεκαετία 1967-1976, όταν το αντίστοιχο ΑΕΠ ήταν στο 65% του μέσου κοινοτικού και η πρόβλεψη είναι να φθάσει το 69% το 2004!

Πάντως, κατά έναν περίεργο τρόπο το σοσιαλιστικό όνειρο του πρωθυπουργού κ. K. Σημίτη φαίνεται να υλοποιείται στη μακρινή Ιρλανδία. H ανεργία από 14,7% το 1991 έπεσε το 2001 στο 3,8%, ενώ αντίθετα στην Ελλάδα ανέβηκε από το 8,9% στο 11,9%.

Χαρακτηριστικό δείγμα της προόδου που συντελέσθηκε στην Ιρλανδία τα τελευταία χρόνια είναι το επίπεδο ανεργίας των νέων που το 1989 ήταν στα επίπεδα του 23%, όσο δηλαδή ήταν και στην Ελλάδα.

Σήμερα στην Ιρλανδία η ανεργία των νέων κινείται σε επίπεδα κάτω του 9%, ενώ στην Ελλάδα ξεπερνά το 30%.

H εξέλιξη στην ανεργία της Ιρλανδίας αποδεικνύει, σύμφωνα με παλαιότερη έκθεση του IOBE, ότι η αναπτυξιακή διαδικασία παρουσίασε και έντονο εργασιακό προσανατολισμό, με αποτέλεσμα την απορρόφηση σημαντικού τμήματος ανέργων στις νέες δραστηριότητες που δημιουργήθηκαν. Εξυπακούεται ότι στην περίπτωση αυτήν ο ρόλος των πολιτικών επιμόρφωσης σε εκπαίδευση και κατάρτιση ήταν ιδιαίτερα σημαντικός.

Ολα τα παραπάνω αναδεικνύουν τις αδυναμίες της σύγκρισης μεταξύ Ελλάδας και Ιρλανδίας, η οποία είναι τραγική για την πατρίδα μας και σε έναν άλλο τομέα, των εξαγωγών προϊόντων υψηλής τεχνολογικής αξίας. H Ελλάδα εξάγει τα λιγότερα τέτοια προϊόντα, που αποτελούν το 3,44% των συνολικών εξαγωγών της κατά την τελευταία δεκαετία. Στην περίπτωση της Ιρλανδίας το αντίστοιχο ποσοστό είναι 34,43%, ενώ υψηλότερο του ελληνικού είναι και το ποσοστό της Πορτογαλίας, που αντιστοιχεί στο 4,9%.

Τελικά, το «φιλοσοφικό ζήτημα» για το οποίο πρέπει να αναρωτηθεί ο κ. Σημίτης δεν είναι αν θέλουμε να γίνουμε Ιρλανδία, αλλά αν μπορούμε να γίνουμε όπως η Ιρλανδία…

Το ατυχές της κοντόφθαλμης αναφοράς στην Ιρλανδία ως παράδειγμα προς αποφυγήν, προβάλλεται παραστατικά σήμερα στην απασχόληση αλλά και στη μειωμένη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, που ευθύνεται για το διευρυνόμενο έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της χώρας μας (6% του ΑΕΠ το 2002). Την ίδια περίοδο το ισόζυγιο στην Ευρωζώνη είναι πλεονασματικό από 0,4% έως 1,1% του ΑΕΠ. Επίσης στην Ελλάδα παρατηρείται το παράδοξο φαινόμενο η αύξηση του ΑΕΠ το 2000 και το 2001 να συνοδεύεται (σύμφωνα με τη Eurostat) με μείωση της απασχόλησης κατά 0,2% και 0,3% αντιστοίχως. Για το 2002 εκτιμάται ότι η απασχόληση αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% έναντι 0,4% στην Ε.Ε.

Κύριο ζητούμενο για την Ελλάδα είναι πώς θα αυξήσει το εισόδημα και στο ερώτημα αυτό πρέπει να απαντήσει ο κ. Νίκος Χριστοδουλάκης, που θα ορκισθεί αύριο για δεύτερη φορά επικεφαλής του οικονομικού επιτελείου. Είναι αναμφίβολα πολύ δύσκολο να συμβιβάσει αντιλήψεις που ανοίγουν την οικονομία και αυξάνουν το εισόδημα με άλλες κρατικιστικές αντιλήψεις που ζητούν διόγκωση του κράτους και αύξηση των ελέγχων που εφαρμόζει.

Το πρώτο βοηθάει μεσοπρόθεσμα την οικονομία και τη χώρα, ενώ το δεύτερο συντηρεί τις προνομιακές σχέσεις με τις συντεχνίες που στηρίζουν την κυβέρνηση.