ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυξημένοι οι δείκτες τιμών παραγωγού, λιανικών πωλήσεων, στο 9,9% η ανεργία

Σταθερός στο 3,8% έμεινε ο πληθωρισμός τον Ιούνιο με βάση τον εθνικό δείκτη τιμών καταναλωτού ενώ σημείωσε οριακή αύξηση στο 3,6% από το 3,5% του Μαΐου με βάση τον εναρμονισμένο δείκτη της Eurostat. Εν τω μεταξύ η ανεργία έφτασε το 9,9% κατά το πρώτο τρίμηνο του 2003 έναντι 10,9% του αντίστοιχου του 2002 και 9,7% του αμέσως προηγούμενου τριμήνου. Ακόμη, ο δείκτης τιμών παραγωγού στη βιομηχανία σημείωσε περιορισμένη αύξηση 0,2% σε ετήσια και 0,4% σε μηνιαία βάση το Μάιο. Τέλος η αξία των λιανικών πωλήσεων αυξήθηκε κατά 7,2% τον Απρίλιο. Τα παραπάνω μεγέθη της ελληνικής οικονομίας ανακοίνωση η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας (ΕΣΥΕ) κατά την περασμένη εβδομάδα.

Η αύξηση των τιμών καταναλωτή οφείλεται στην αύξηση των τιμών διατροφής και μη αλκοολούχων ποτών κατά 8,9% (τα νωπά φρούτα αυξήθηκαν κατά 34,6% τα νωπά λαχανικά κατά 26,4% και οι νωπές πατάτες κατά 64,9% με αθροιστική επίπτωση στο δείκτη 1,18 εκατοστιαίες μονάδες), των διδάκτρων των ιδιωτικών σχολείων και φροντιστηρίων κατά 4,5%, των τιμών φαγητών εκτός οικίας, των ξενοδοχείων, των κυλικείων και των σερβιριζόμενων ποτών και καφέδων κατά 4,6%. Μείωση σημειώθηκε μόνο στα τέλη των τηλεφωνικών υπηρεσιών κατά 5,2%.

H παραμονή του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα ήταν αναμενόμενη όσο και προβληματική. Αναμενόμενη λόγω της ανάκαμψης των διεθνών τιμών των καυσίμων και της επιτάχυνσης της οικονομικής δραστηριότητας, ιδίως στις κατασκευές, αλλά και προβληματική καθώς η Ελλάδα είναι μια από τις τρεις χώρες της Ζώνης του Ευρώ με πληθωρισμό υψηλότερο από το μέσο όρο των «12». Αυτό δημιουργεί πρόβλημα ανταγωνιστικότητας σε σχέση με τις άλλες χώρες που μοιράζεται το ίδιο νόμισμα.

Οπως δείχνει η ανάλυση του δείκτη τιμών παραγωγού στη βιομηχανία, οι επιχειρήσεις αύξησαν το Μάιο τις τιμές τους προς την εγχώρια αγορά κατά 1,4% σε ετήσια βάση ενώ αντίθετα μείωσαν κατά 3,1% τις τιμές προς την εξωτερική αγορά. Αυτό είναι μία ακόμη ένδειξη της έλλειψης επαρκούς ανταγωνισμού στην εγχώρια αγορά που επιτρέπει αυξήσεις και τροφοδότηση του πληθωρισμού, κάτι που δεν συμβαίνει στις εξαγωγές, όπου ο ανταγωνισμός είναι έντονος.

Οσον αφορά την ανεργία, το ποσοστό έφτασε το 9,9% στο πρώτο τρίμηνο του 2003 έναντι 9,7% στο τελευταίο τρίμηνο του 2002. Ωστόσο η ΕΣΥΕ υποστηρίζει ότι σημασία έχει η σύγκριση κυρίως με το πρώτο τρίμηνο του 2002, όταν ήταν 10,9%, καθώς «παραδοσιακά το πρώτο τρίμηνο κάθε έτους παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας του έτους».

Το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 6,5% για τους άνδρες και στο 14,9% για τις γυναίκες. Σύμφωνα με την έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΣΥΕ, το 42% των καταγραφέντων ανέργων επιθυμεί αποκλειστικά πλήρη απασχόληση ενώ το 47,3% είναι διατεθειμένοι να εργαστούν είτε με πλήρη είτε με μερική απασχόληση. Ακόμη, ένας στους επτά ανέργους είχε πρόταση για απασχόληση, την οποία απέρριψε για διάφορους λόγους, από τους οποίους σημαντικότεροι ήταν ο τόπος εργασίας ή το ωράριο (33%), οι αποδοχές (23%) και οι προοπτικές σταδιοδρομίας (18%). O αριθμός των «νέων ανέργων», όσων καταγράφονται ως άνεργοι χωρίς να έχουν εργαστεί στο παρελθόν, μειώθηκε κατά 7,9% αποτελώντας το 39% του συνόλου των ανέργων. O αριθμός των μακροχρονίως ανέργων (πάνω από δώδεκα μήνες χωρίς δουλειά) μειώθηκε κατά 3,8% και αποτελούν το 53,6% του συνόλου. Αύξηση της ανεργίας σε σχέση με το 2002 καταγράφτηκε στα νησιά του Ιονίου και τη Δυτική Μακεδονία ενώ η μεγαλύτερη μείωση παρουσιάστηκε στην Κρήτη, τη Δυτική Ελλάδα και τη Στερεά Ελλάδα. Το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας καταγράφηκε πάλι στο Νότιο Αιγαίο, τη Δυτική Μακεδονία και τα νησιά του Ιονίου (από 15-20%).

Πάντως η απασχόληση σημείωσε αύξηση κατά 2,5% στο πρώτο τρίμηνο του 2003 καθώς 91.500 άνεργοι βρήκαν εργασία ενώ 77.000 άτομα μετακινήθηκαν από τον μη ενεργό οικονομικά πληθυσμό σε θέσεις απασχόλησης. Το ποσοστό μερικής απασχόλησης ήταν 4,5%, περίπου στο ίδιο επίπεδο με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους (4,6%). Από αυτούς που έχουν μερική απασχόληση το 31% το επέλεξε (δεν ήθελε πλήρη απασχόληση) ενώ το 40% ήθελε πλήρη απασχόληση αλλά δεν μπόρεσε να βρει.

Η αύξηση των λιανικών πωλήσεων κατά 7,2% διαμόρφωσε στο 8,6% τη μέση αύξηση του πρώτου τετραμήνου του έτους σε σχέση με το αντίστοιχο τετράμηνο του προηγούμενου έτους. H μεγαλύτερη αύξηση της αξίας των λιανικών πωλήσεων καταγράφηκε στα καταστήματα βιβλίων-χαρτικών-λοιπών ειδών δώρων (23%) και των μεγάλων καταστημάτων τροφίμων (10,7%) ενώ αντίθετα σημαντική μείωση παρουσίασαν οι πωλήσεις επίπλων-ηλεκτρικών ειδών-οικιακού εξοπλισμού (-6,9%).