ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι τάσεις στο real estate των αναδυόμενων αγορών

Ομαλή αναμένεται να είναι η προσαρμογή της αγοράς ακινήτων των νέων χωρών-μελών της E.E., ως συνέπεια της ένταξής τους, ενώ μεγαλύτερες προσδοκίες παρατηρούνται στις υπόλοιπες αναδυόμενες αγορές της E.E., όπως της Ρωσίας και της Ρουμανίας. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του τμήματος EuropeaResearch της εταιρείας Cushma& Wakefield Healey & Baker, δεν αναμένονται ριζικές μεταβολές στη ζήτηση, καθώς κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, όταν οι οικονομίες των χωρών βρίσκονταν στον προθάλαμο της ένταξης στην E.E., πραγματοποιήθηκαν σημαντικές επενδύσεις real estate.

H Cushma& Wakefield Healey & Baker, η οποία αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την Sotiropoulos Bros εκτιμά ότι θα επεκταθεί η είσοδος ξένων επενδυτών, ενώ θα συνεχιστεί η ανάπτυξη των αγορών τους, με σταθερό ρυθμό κι ενδεχομένως πιο ταχύ, σε χώρες που υπολείπονται από πλευράς ανάπτυξης. Συγκεκριμένα, στην αγορά γραφείων, η ζήτηση δεν αναμένεται να αυξηθεί λόγω της ένταξης. Πολλές εταιρείες ήδη έχουν παρουσία στις χώρες του άμεσου ενδιαφέροντός τους, ωστόσο αναμένεται μία περαιτέρω επέκταση των δραστηριοτήτων των πολυεθνικών εταιρειών, λόγω της μεγαλύτερης διασφάλισης της σταθερότητας του οικονομικού κλίματος, μετά την ενσωμάτωση στην Ε.Ε.

Μεγαλύτερη ζήτηση αναμένεται να προκύψει από τον δημόσιο τομέα, καθώς θα διαμορφωθούν νέες ανάγκες σε χώρους για τις υπηρεσίες της E.E., που ήδη λειτουργούν σε κάθε νέα χώρα-μέλος. Συνολικά, η εισδοχή στην E.E. αναμένεται να πυροδοτήσει τη ζήτηση σε βραχυπρόθεσμη βάση, ενώ μεσοπρόθεσμα, η ζήτηση για νέους γραφειακούς χώρους θα εμφανίσει σταθερή άνοδο, καθώς οι αγορές αυτές θα ενσωματωθούν όλο και περισσότερο σε πανευρωπαϊκά δίκτυα υπηρεσιών και καθώς θα παρατηρείται μία σταδιακή μεταστροφή σε μοντέρνα κι εργονομικά κτίρια γραφείων.

Η εισδοχή στην E.E. αναμένεται να εντείνει την προσεχή διετία την τοποθέτηση των ξένων θεσμικών επενδυτών στις χώρες αυτές, καθώς το ρίσκο, που μέχρι σήμερα συνόδευε τις αναδυόμενες αυτές αγορές (ιδίως της Κεντροανατολικής Ευρώπης) αναμένεται να μειωθεί. Παρόλα αυτά, η μελέτη του διεθνούς οίκου εκτιμά ότι οι αγοραπωλησίες θα είναι σχετικά λίγες, λόγω της μη ικανοποιητικής προσφοράς προϊόντος (π.χ. νέων εμπορικών κέντρων και κτιρίων γραφείων, όπου συνήθως τοποθετούνται οι ξένοι επενδυτές). Το γεγονός αυτό αναμένεται να μεταστρέψει το ενδιαφέρον και σε άλλες αγορές, πλην εκείνων της Κεντρικής Ευρώπης. Οι επενδύσεις σε εμπορικά κέντρα αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν την προσεχή δεκαετία, με την Πολωνία να καταλαμβάνει τη μερίδα του λέοντος του ενδιαφέροντος. Οι κυρίαρχοι «παίκτες» προβλέπεται να είναι τα γερμανικά επενδυτικά κεφάλαια, αλλά σταδιακά οι ενδιαφερόμενοι θα εμφανίσουν μεγαλύτερη ποικιλία, όσον αφορά τη χώρα προέλευσής τους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, προκύπτει ότι το ύψος των ενοικίων στις νέες χώρες κατά μέσο όρο βρίσκεται λίγο πάνω από το 50% του αντίστοιχου ύψους των μέσων ενοικίων της E.E. Ωστόσο, σε αγορές όπου υπάρχει έλλειψη χώρων και αντίστροφα υψηλή ζήτηση, παρατηρούνται εσχάτως υψηλές τιμές, με το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα να αφορά τη Μόσχα (η οποία δεν βρίσκεται στην E.E.). Σε μικρότερες χώρες, όμως, όπου και η ζήτηση είναι σχετικά περιορισμένη, το επίπεδο των ενοικίων βρίσκεται μόλις στο 20% του μέσου κοινοτικού.

Το στοιχείο αυτό επιτρέπει σε πολλές από τις αναδυόμενες αγορές να προσφέρουν πολύ υψηλότερες αποδόσεις, ακόμα και σε πόλεις χωρών, όπου το επίπεδο των ενοικίων βρίσκεται σε ένα υψηλό και σταθεροποιημένο επίπεδο, όπως η Βουδαπέστη και η Πράγα.