ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αύξηση 7,9% της παραγωγής ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου και νερού

Μειωμένη κατά 1,3% ήταν η βιομηχανική παραγωγή στο πεντάμηνο Ιανουαρίου – Μαΐου, ενώ η παραγωγή ορυχείων υποχώρησε κατά 8,7% στο ίδιο διάστημα, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας (ΕΣΥΕ) πριν από λίγες ημέρες. Πάντως η παραγωγή ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου, νερού αυξήθηκε κατά 7,9%.

Παράλληλα, καταγράφηκε μεγάλη αύξηση των τιμών των εκροών (προϊόντων) της γεωργίας και της κτηνοτροφίας τον Μάιο, σύμφωνα πάντα με την ΕΣΥΕ. Συγκεκριμένα η αύξηση ήταν 17,7% σε ετήσια βάση (Μάιος 2003 – Μάιο 2002) και 2,5% σε μηνιαία βάση (Μάιος 2003 – Απρίλιος 2003).

Επιπλέον, τα στοιχεία του 2002 για την απασχόληση που έδωσε στη δημοσιότητα η ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία Eurostat δείχνουν μια Ελλάδα, όπου η ανεργία πλήττει ιδιαίτερα τους νέους, ενώ η πλειονότητα των γυναικών μένουν εκτός εργασίας με τη θέλησή τους ή όχι.

Ο γενικός δείκτης παραγωγής ορυχείων, βιομηχανίας, ηλεκτρισμού-φυσικού αερίου-νερού παρουσίασε αύξηση κατά 0,7% στο πεντάμηνο Ιανουαρίου – Μαΐου, αλλά όπως προαναφέρθηκε αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην αύξηση της παραγωγής των υπηρεσιών κοινής ωφελείας, ενώ η βιομηχανική παραγωγή και η παραγωγή των ορυχείων μειώθηκε. Αν δούμε μόνο την πορεία της παραγωγής του Μαΐου, ο γενικός δείκτης αυξήθηκε κατά 4,1%, η παραγωγή των ορυχείων μειώθηκε κατά 8,8% (εξαιτίας της μη λειτουργίας των ορυχείων Χαλκιδικής και των δυσμενών καιρικών συνθηκών σε άλλα ορυχεία της χώρας, όπως σημειώνει η ΕΣΥΕ), η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 1,7% (κυρίως στα είδη ενδυμασίας, παράγωγα πετρελαίου – άνθρακα, χημικά, τελικά προϊόντα από μέταλλο), ενώ η παραγωγή ηλεκτρισμού-φυσικού αερίου-νερού αυξήθηκε κατά 13,9% (κυρίως το ηλεκτρικό ρεύμα και το φυσικό αέριο). Στα αγροτικά προϊόντα, η συνολική αύξηση των τιμών κατά 2,5% σε μηνιαία βάση τον Μάιο οφείλεται στη φυτική παραγωγή (κυρίως νωπά φρούτα και βολβούς, ενώ οι τιμές των νωπών λαχανικών μειώθηκαν), που οι τιμές αυξήθηκαν κατά 4,7%, ενώ στη ζωϊκή παραγωγή οι τιμές μειώθηκαν κατά 3,6% (μάλιστα στα κρέατα συνολικά η μείωση έφτασε το 5,7%).

Στο κομμάτι των προϊόντων που έχουν μεγάλη διακύμανση τιμών λόγω μηνιαίας εποχικότητας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σύγκριση των τιμών σε ετήσια βάση (Μάιος 2003 με Μάιο 2002). Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, οι τιμές των νωπών λαχανικών αυξήθηκαν κατά 61,8%, των νωπών φρούτων κατά 84,9%, των εσπεριδοειδών κατά 8,2%, ενώ των κρεάτων κατά μόλις 2,1%.

Από την άλλη πλευρά, οι τιμές των εισροών (κόστος) στη γεωργία και την κτηνοτροφία έμειναν αμετάβλητες σε μηνιαία βάση. Πιο συγκεκριμένα, οι τιμές για τα αναλώσιμα μέσα (σπόροι, ενέργεια, λιπάσματα, φάρμακα, εργαλεία κ.λπ.) υποχώρησαν κατά 0,2% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, ενώ οι τιμές για το πάγιο κεφάλαιο (μηχανήματα, εξοπλισμός, κτίρια) αυξήθηκαν κατά 0,5%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2002, η ανεργία πλήττει έναν στους τέσσερις νέους και νέες (15 έως 24 ετών εκτός μαθητών, φοιτητών, στρατευμένων και άλλων κατηγοριών εκτός αγοράς εργασίας), πιο συγκεκριμένα το 25,7%. Πάντως το ποσοστό είναι βελτιωμένο σε σχέση με το παρελθόν όταν ξεπερνούσε το 30%, αλλά παραμένει ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Στις νέες το ποσοστό ανεργίας φτάνει το 33% (μία στις τρεις), ενώ στους νέους το ποσοστό είναι 18,7% (περίπου ένας στους πέντε). Πάντως, η Ελλάδα κατέχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης, στα οποία οι εργαζόμενοι συγκρίνονται όχι προς το εργατικό δυναμικό (δηλαδή όσους θέλουν να έχουν εργασία, εργαζομένους ή άνεργους), αλλά ως προς το σύνολο του πληθυσμου ηλικίας 15 έως 64 ετών (στους οποίους εκτός των εργαζομένων και ανέργων περιλαμβάνονται και όσοι δεν επιθυμούν να εργαστούν). Συγκεκριμένα, το ποσοστό αυτό είναι 56,9%, δηλαδή το δεύτερο χαμηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ενωση ύστερα από την Ιταλία. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι δεν επιθυμούν ή δεν μπορούν να βρουν εργασία οι γυναίκες. Μόλις το 42,7% των γυναικών στην οικονομικά ενεργό ηλικία εργάζεται έναντι 71,7% για τους άνδρες.

Ενα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι το χαμηλό ποσοστό των Ελλήνων μισθωτών σε σχέση με το σύνολο, που είναι με μεγάλη διαφορά το χαμηλότερο στην Ευρώπη. Οι μισθωτοί είναι το 60% στην Ελλάδα έναντι 84,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ σε πολλές χώρες αυτό φτάνει ή ξεπερνάει το 90%. Σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται στο μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων που δηλώνουν αγρότες (αυτοαπασχολούμενοι), που φτάνει το 15,8% και είναι τετραπλάσιο από το 4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου (4%).