ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Με στρατηγική μερικής απασχόλησης

Ολοι οι δρόμοι οδηγούν στην ενίσχυση της μερικής απασχόλησης. Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγεί η ανάγνωση του Εθνικού Σχεδίου για την Απασχόληση, έτους 2003, το οποίο θα υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αποτυπώνοντας τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει η κυβέρνηση για την αύξηση της απασχόλησης και τις βασικές τάσεις στην ελληνική αγορά εργασίας.

Στο προσχέδιο που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα και θα αποτελέσει τη βάση της συζήτησης στην πανηγυρική συνεδρίαση της Εθνικής Επιτροπής Απασχόλησης, στις 30 Ιουλίου, αποτυπώνονται δύο «νέες» παράμετροι.

Η πρώτη αφορά την ενίσχυση της απασχόλησης και την πρόσβαση στην αγορά εργασίας μέσω της μερικής απασχόλησης, η οποία συνεχίζει να μη χαίρει εκτιμήσεως στην Ελλάδα, καθηλωμένη σε ποσοστό 5%. H δεύτερη αφορά τη διασύνδεση της απασχόλησης με την αποτροπή της φτώχειας.

Εμμεση σύνδεση

Στο κείμενο, η σύνδεση των προβλημάτων της αγοράς εργασίας με τη συνταγή της μερικής απασχόλησης δεν είναι ευθεία, αλλά συνάγεται, κυρίως, από τις 3 διαπιστώσεις του ΕΣΔΑ τόσο ως προς την ανεργία και την απασχόληση όσο και ως προς την αποτύπωση των παραγόντων που αυξάνουν τις πιθανότητες της φτώχειας.

Β Διαπίστωση πρώτη: «Το κύριο πρόβλημα για την ανεργία εντοπίζεται στη δυσκολία εισόδου στην αγορά εργασίας». Αφορά κυρίως στις γυναίκες και στους νέους, σε ανθρώπους χωρίς εργασιακή εμπειρία και τείνει να έχει μεγαλύτερη διάρκεια (μακροχρόνια). Το ποσοστό ανεργίας των ανδρών άνω των 25 ετών είναι χαμηλότερο στην Ελλάδα σε σύγκριση με την Ευρώπη (5,2% έναντι 5,8%).

B Διαπίστωση δεύτερη: «Οι αναξιοποίητες δεξαμενές εργασίας εντοπίζονται στις γυναίκες που δεν αναζητούν εργασία ή επικαλούνται οικογενειακές υποχρεώσεις, στους νέους που επικαλούνται σπουδές και στις ώριμες ηλικίες που βρίσκονται ήδη σε σύνταξη».

Επομένως, αναδεικνύονται δύο προτεραιότητες: α) H βελτίωση της υποδομής φροντίδας για την ενίσχυση της επαγγελματικής πορείας των γυναικών και β) η αποτελεσματικότερη «λειτουργία ποικίλων και πολλαπλών τύπων εργασίας, προκειμένου να καθίσταται η απασχόληση συμβατή με τις ανάγκες των ατόμων που για διαφορετικούς λόγους δεν επιθυμούν την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση».

Β Τρίτη διαπίστωση: «Το πρόβλημα απασχόλησης στην Ελλάδα είναι πρωτίστως πρόβλημα προσφοράς και όχι πρόβλημα ζήτησης εργασίας», καθώς για να καλυφθεί ο στόχος της Λισσαβώνας (70% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού μέχρι το 2010) δεν αρκεί η αύξηση της απασχόλησης των γηγενών.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαπιστώσεις του ΕΣΔΑ ως προς τη σύνδεση απασχόλησης – φτώχειας.

«Ενας άνεργος έχει 2,15 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι φτωχός σε σύγκριση με ένα εργαζόμενο άτομο. Ομως, υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας, έναντι των ανέργων, αντιμετωπίζουν οι συνταξιούχοι. Επίσης, περισσότερο ευάλωτοι εμφανίζονται οι γεωργοκτηνοτρόφοι και αλιείς, οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών, τα μέλη των νοικοκυριών με αρχηγό αγρότη ή με αρχηγό που δεν τέλειωσε το σχολείο».

Επίσης, παρατίθενται τα εξής στοιχεία: Ενας άνθρωπος που εργάζεται με μερική απασχόληση έχει 1,72 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι φτωχός σε σύγκριση με έναν εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης. Ωστόσο, ο εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα έχει 6,13 φορές μεγαλύτερη πιθανοτητα να είναι φτωχός σε σύγκριση με έναν απασχολούμενο του δημόσιου τομέα. «Τούτο σημαίνει ότι ο σχετικός κίνδυνος φτώχειας είναι πολύ μεγαλύτερος ανάμεσα σε εργαζόμενους του ιδιωτικού έναντι του δημόσιου τομέα παρά μεταξύ εργαζομένων μερικής και πλήρους απασχόλησης. Αντιστοίχως, μια νοικοκυρά έχει 1,7 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι φτωχή, παρά αν εργάζεται, ενώ τα μη ενεργά άτομα διατρέχουν 1,5 φορά μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι φτωχά, παρά αν εργάζονται».

Και οι συντάκτες του ΕΣΔΑ, καταλήγουν: «Ολα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το εύρημα ότι η εργασία της συζύγου μειώνει αισθητά τον κίνδυνο της φτώχειας του νοικοκυριού, υποδηλώνουν ότι η μερική απασχοληση αποτελεί ευπρόσδεκτη εξέλιξη, που συνολικά μειώνει τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού».

Μετά το 2005…

Πάντως, η βελτίωση του ποσοστού απασχόλησης και η μείωση του ποσοστού ανεργίας (9,9% πρώτο τρίμηνο του 2003) αποδίδονται στη σωρευτική επίδραση της ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας και στην υλοποίηση των προγραμμάτων προώθησης της απασχόλησης. Εκτιμάται δε πως «οι προοπτικές είναι καλές για το τρέχον και το επόμενο έτος». Ομως, «το μεγάλο ερώτημα αφορά τη διατηρησιμότητα των καλών επιδόσεων από το 2005 κι έπειτα. Δηλαδή, μετά την εξάντληση των μεγάλων έργων, του ΚΠΣ και των Ολυμπιακών Αγώνων».

Υπό αυτό το πρίσμα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και οι εξής διαπιστώσεις του ΕΣΔΑ:

α) H Ελλάδα έχει το μικρότερο ποσοστό, 1,2%, συμμετεχόντων ηλικίας 25-64 ετών σε προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 8,4%.

β) H επίδραση του νόμου 2874/2000 είχε περιορισμένη επίδραση στην απασχόληση. Σε δείγμα 2.016 επιχειρήσεων από αυτές που προχώρησαν σε προσλήψεις, μόνο 6% τις απέδωσαν στις διατάξεις του νόμου (μείωση εργοδοτικών εισφορών για χαμηλόμισθο προσωπικό, αύξηση κόστους υπερωριών και κατάργηση της υπερεργασίας).