ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Καλύτερη οικονομία το 2004, αν…

Θα μπορούσαν άραγε τα πράγματα στην οικονομία να είναι το 2004 καλύτερα από το 2003 ή τουλάχιστον να μη χειροτερεύσουν;

Η απάντηση είναι ναι, αλλά με προαπαιτούμενα, που υποτίθεται ότι θα έπρεπε είτε να έχουν ληφθεί είτε να ληφθούν εφεξής υπ’ όψιν. Ολοι γνωρίζουν ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η ανταγωνιστικότητα. Υστερούμε σημαντικά στο να μπορούμε να πωλούμε στο εξωτερικό (και στο εσωτερικό) ποιοτικά και φθηνά προϊόντα ή υπηρεσίες. Τα τελευταία χρόνια η θέση της χώρας έχει διεθνώς επιδεινωθεί, κάτι που πιστοποιείται από τις εκθέσεις των διεθνών οικονομικών οργανισμών.

Η κυβέρνηση επιχερεί να το διασκεδάσει, υποστηρίζοντας ότι τούτο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και δημοσιοποιεί δικά της στοιχεία αμφίβολης εγκυρότητας και άγνωστης προέλευσης. Το περίεργο είναι ότι ενώ γνωρίζουμε άριστα γιατί πάσχουμε στο ζήτημα της ανταγωνιστικότητας, επιμένουμε να αδιαφορούμε αρνούμενοι να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα.

Πώς θα μπορούσε, για παράδειγμα, μια χώρα όπου η διαφθορά και η εξυπηρέτηση των γνωστών κυριαρχεί, να προσελκύσει ξένους επενδυτές, που θα μετέφεραν στην Ελλάδα κεφάλαια και τεχνογνωσία; Τούτο δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να γίνει και τα στοιχεία του OHE, που φέρουν την Ελλάδα να έχει προσελκύσει το 2002 λιγότερες ξένες επενδύσεις και από τη Λιβύη, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

Η αποεπένδυση πιστοποιείται και από τα επίσημα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος που περιέχονται στο Ισοζύγιο Εξωτερικών Συναλλαγών. Καταγράφουν φυγή των επενδυτικών κεφαλαίων προς το εξωτερικό, ενώ εισροές υπάρχουν μόνο για τοποθετήσεις στα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου.

Ελλειψη υποδομών και διαρθρωτικών αλλαγών

Η αδυναμία να προσελκύσουμε επενδύσεις συνδέεται ακόμα και με την έλλειψη βασικών υποδομών (οδικοί άξονες, τηλεπικοινωνίες κ.λπ.) που καθυστερημένα και πανάκριβα γίνονται τα τελευταία χρόνια υπό την «πίεση» της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Ανασταλτικός παράγων στην προσέλκυση των επενδύσεων και κατ’ επέκτασιν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας είναι και οι ελλείψεις της χώρας μας στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών.

Χωρίς αυτές δεν επιτυγχάνεται ούτε αύξηση της απόδοσης, αλλά ούτε και αλλαγή στη νοοτροπία. Ειδικά η καλλιεργούμενη, (κυρίως με ευθύνη του ΠΑΣΟΚ) επί μακρόν στην Ελλάδα αντίληψη ότι όλοι έχουν μόνο δικαιώματα και καμία υποχρέωση, έχει οδηγήσει σε στρεβλώσεις στην οικονομία και στην κοινωνία.

Τα τελευταία χρόνια οι διαρθρωτικές αλλαγές ταυτίστηκαν στην Ελλάδα μόνο με τις μετοχοποιήσεις και ποτέ με την αλλαγή αντίληψης. Το δεύτερο φόβιζε (για τις συγκρούσεις που εμπεριείχε) και κανένας κομματικός χώρος δεν μπορούσε να αναλάβει μια τέτοια πρωτοβουλία, επιζήμια πολιτικά.

Οι μετοχοποποιήσεις για τις οποίες επαιρόταν η κυβέρνηση μπορεί να διασφάλιζαν πόρους (στα δημόσια ταμεία), αλλά δεν άλλαζαν σε καμία περίπτωση τη λειτουργία των επιχειρήσεων.

Φυσικό ήταν έτσι τα μονοπώλια να παραμένουν μονοπώλια και απλά οι κυβερνώντες να κερδίζουν χρόνο, «συνεργαζόμενοι» όλο και με μικρότερα κομμάτια της κοινωνίας, που ήταν σε άμεση συνταύτιση με τον χώρο των ΔΕΚΟ.

Η κυβέρνηση για πολλά χρόνια πανηγύριζε την προώθηση των μετοχοποιήσεων, που ειδικά την εποχή της άνθησης του Χρηματιστηρίου (1999-2000) παρουσιαζόταν ως η ανακάλυψη της κότας που γεννούσε χρυσά αυγά.

Γνώριζε καλά ότι δεν πρόκειται για διαρθρωτικές αλλάγες, αλλά τις διαφήμιζε επίτηδες ως τέτοιες, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτές ακόμα και τα δάνεια που διενεργούσε (με ανταλλάξιμα ομόλογα κ.λπ.) και κάλυπτε κάτω από τον παρελκυστικό τίτλο των σύγχρονων χρηματοοικονομικών προιόντων.

Το εσωτερικό σύστημα διαπλοκής

Αλλο στοιχείο που αντιστρατεύεται την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας είναι η κρατούσα αντίληψη περί επιχειρηματικής δραστηριότητας, σχετιζόμενης απόλυτα με τα εγχώρια οικονομικά συμφέροντα. Πιο απλά θα λέγαμε ότι πρόκειται για το εσωτερικό σύστημα διαπλοκής, που από το 1996 και μετά επεκτάθηκε σε όλους τους τομείς, με αντάλλαγμα την παροχή υποστήριξης στον κ. Σημίτη και στο κυβερνών κόμμα.

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τυχαίο ότι είναι σχεδόν ελάχιστα τα κυβερνητικά στελέχη που έχουν το θάρρος να αναφέρονται με δηκτικό τρόπο στα συγκεκριμένα συμφέροντα. Ούτε είναι τυχαίος ο παρατηρούμενος σήμερα τελευταίος εναγκαλισμός των συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων με το κυβερνών κόμμα. Στόχος είναι να διασωθούν τα ίδια (από τη φθορά τους), αλλά και να ελεγχθούν για μερικά ακόμα χρόνια οι πολιτικές εξελίξεις, μέσω ενός πολιτικού σχηματισμού που το 1981 ταυτίστηκε με το αίτημα της αλλαγής στην ελληνική κοινωνία.

Ποιώντας την ανάγκη φιλοτιμία, το κυβερνητικό στρατόπεδο φάνηκε κάποια στιγμή, με ελάχιστες εξαιρέσεις, να υιοθετεί το οικονομικό μοντέλο του «εθνικού καπιταλισμού». Το ήσσον δηλαδή ιδεολογικό επιχείρημα, προκειμένου να χρυσωθεί το χάπι του απόλυτου ενδοτισμού στα γνωστά οικονομικά συμφέροντα. Χώροι δράσης των τελευταίων, όλο το εύρος των κρατικών προμηθειών, από τα όπλα και τα αεροπλάνα μέχρι και τις πιο μικρές και ασήμαντες αγορές.

Το σύστημα αυτό επιχειρήθηκε σχεδόν με επιστημονικό τρόπο να εμπεδωθεί παντού, καλυπτόμενο κάτω από ιδεολογήματα όπως: όλοι ίδιοι είναι, στην Ελλάδα για να κάνεις τη δουλειά σου θα πρέπει να λαδώσεις και άλλα τέτοια πονηρά εφυολογήματα. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ουδείς ξένος επενδυτής να μην πλησιάζει τη χώρα και όσοι έρχονται, να έρχονται πάντα ως πωλητές (ή όπλων ή οτιδήποτε άλλου), συνεργαζόμενοι με ντόπιους αντιπροσώπους που ξέρουν πράγματα και καταστάσεις…

Θέμα αξιοπιστίας

Ολα τα παραπάνω συνιστούν ένα σοβαρό ζήτημα αξιοπιστίας για την ακολουθούμενη πολιτική, αλλά και την οικονομική πολιτική ειδικότερα. Συνιστούν δηλαδή το πρώτο ζήτημα που θα κληθεί να δει και να αλλάξει η επόμενη κυβέρνηση, για να καταφέρει να επαναφέρει την οικονομία σε ευρωπαϊκές ράγες.

Το περίεργο είναι πάντως ότι οι αρχιτέκτονες της απώλειας της αξιοπιστίας παραμένουν και σήμερα σε προβεβλημένες κυβερνητικές θέσεις, ελπίζοντας ότι θα καταφέρουν να διασωθούν και στο μετεκλογικό σκηνικό.

Για παράδειγμα, η υπόθεση του Χρηματιστηρίου και τα όσα διημείφθησαν στην Ελλάδα με αφορμή το συγκεκριμένο ζήτημα, αποτελούν την πλέον ευκρινή κορυφή του παγόβουνου που λέγεται αναξιοπιστία. Οι ίδιοι άνθρωποι που συνετέλεσαν στην καταβαράθρωση του θεσμού και στην απώλεια τρισεκατομμυρίων ευρώ παραμένουν στις ίδιες θέσεις, διαχειριζόμενοι με εξαιρετική αλαζονεία το μέλλον της κεφαλαιαγοράς.

Απορεί υποκριτικά η κυβέρνηση, γιατί οι Ελληνες επενδυτές, τώρα που το διεθνές σκηνικό βελτιώνεται, δεν ξαναγυρίζουν στη Σοφοκλέους; Ωσάν να μη γνωρίζει την απάντηση, που συνδέεται με την απώλεια εμπιστοσύνης σε ένα θεσμό που με κυβερνητική ευθύνη οδήγησε το Χρηματιστήριο σε απόλυτο ψοφοδεϊσμό.

Η ίδια ακριβώς μέγιστη αναξιοπιστία επικρατεί και στα επίσημα στοιχεία που παρέχει η κυβέρνηση για βασικούς οικονομικούς δείκτες. Για παράδειγμα, πρόσφατα η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος (ΕΣΥΕ) της οποίας προΐσταται ο γ. γ. κ. N. Καραβίτης έδωσε στοιχεία για αύξηση του ΑΕΠ κατά 5% το τρίτο τρίμηνο του 2003… Ποιος μπορεί να πιστέψει βέβαια κάτι τέτοιο, όταν ακόμα και οι εργαζόμενοι της ΕΣΥΕ κάνουν λόγο για αναξιόπιστα στοιχεία, που εξυπηρετούν κυβερνητικές βλέψεις.

Ιδιο κλίμα επικρατεί και στα δημόσια οικονομικά, που κυριαρχούνται από τα διπλά βιβλία τα οποία πρόσφατα ξεμπρόστιασε η Eurostat, αλλά και άλλοι διεθνείς οργανισμοί.

Η αδυναμία της κυβέρνησης να πείσει, ακόμα και τους ιθαγενείς, φάνηκε στην πρόσφαση παρουσίαση του κοινωνικού πακέτου τον Σεπτέμβριο του 2003. Ελάχιστοι πίστεψαν στις «οπτασίες» που περιέγραφε το πακέτο, και το γιατί είναι γνωστό περισσότερο από ποτέ.