ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H κατάρτιση δεν δημιουργεί προϋποθέσεις ένταξης των ανέργων στην αγορά εργασίας

Ελάχιστη έως ανύπαρκτη είναι η βοήθεια που παρέχει στους ανέργους η συγχρηματοδοτούμενη, από κοινοτικούς και εθνικούς πόρους, κατάρτιση προκειμένου να ενταχθούν στην απασχόληση. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει, παρ’ ότι αρκετά στρογγυλεμμένα, η έκθεση ενδιάμεσης αξιολόγησης του Γ΄ ΚΠΣ 2000- 2006, που πραγματοποιήθηκε από την κοινοπραξία Remaco-Eurotec. «H συμβολή του Γ΄ ΚΠΣ στην απασχόληση εκδηλώνεται, σε αρκετά μεγάλο βαθμό, όχι με τη δημιουργία νέων θέσεων, αλλά με τη διατήρηση υφισταμένων» αναγνωρίζουν οι συντάκτες της έκθεσης, εξετάζοντας τα πρακτικά αποτελέσματα των δύο τομεακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (ΕΠΕΑΕΚ και ΕΠΑΕΚ).

«Συγκριτικά ικανοποιητική»

Η έκθεση χαρακτηρίζει «συγκριτικά ικανοποιητική» την πρόοδο στην εφαρμογή του προγράμματος «Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση». Ομως, ο θετικός βαθμός έχει περισσότερο λογιστική σημασία, αφού αναφέρεται στο ποσοστό απορροφήσεων των κοινοτικών κονδυλίων και στη σχέση αποτελεσματικότητας μεταξύ φυσικών εκροών και δαπάνης. Ομως, καθώς προχωρά η εξέταση των πρακτικών αποτελεσμάτων, η εικόνα αλλάζει. «Ούτε για τις παλαιότερες δράσεις της κατάρτισης και της επιδότησης της απασχόλησης, αλλά ούτε και για τις νέες (όπως είναι η εξατομικευμένη φροντίδα για τους ανέργους, μέσω των Κέντρων Προώθησης Απασχόλησης) έχει καταστεί δυνατό να δημιουργηθούν αποτελεσματικοί μηχανισμοί σχεδιασμού και παρακολούθησης των αποτελεσμάτων. Τα προγράμματα κατάρτισης στην ουσία εξακολουθούν να προκηρύσσονται χωρίς επαρκή πληροφόρηση για τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και να εκτελούνται χωρίς να παρακολουθούνται οι επιδράσεις τους στην απασχολησιμότητα. Οι ενέργειες επιδότησης της απασχόλησης στις διάφορες μορφές της δεν συνοδεύονται από μια επαρκή μέτρηση των αποτελεσμάτων (δημιουργία βιώσιμων θέσεων απασχόλησης), ενώ τα ΚΠΑ λειτουργούν χωρίς ακόμη να παρακολουθούνται τα αποτελέσματα της δράσης τους στην απασχολησιμότητα. Σε πολλές περιπτώσεις οι σχετικοί πόροι δαπανώνται με βάση την πεποίθηση ότι οι δράσεις είναι χρήσιμες».

Η διαπίστωση δημιουργεί έντονο προβληματισμό σε όλους όσοι εμπλέκονται τα τελευταία χρόνια στην αποκαλούμενη αγορά της κατάρτισης. Ιδιοκτήτες KEK, υπηρεσιακοί παράγοντες υπουργείων, κυβερνητικά στελέχη αξιολογητές, και εμπειρογνώμονες επί των Κοινοτικών που χρηματοδοτήθηκαν επί χρόνια για τις μελέτες αξιολόγησης των φαινομένων της αγοράς εργασίας. Οι περισσότεροι εξ αυτών αναζητούν εσφαλμένα την εμπλοκή πολιτικών ή επιχειρηματικών συμφερόντων πίσω από την κριτική που ασκείται για την ποιότητα των προγραμμάτων κατάρτισης. Και επειδή η Ελλάδα είναι μια πολύ μικρή χώρα και τίποτε δεν μένει για πολύ καιρό κρυφό, το πλέον σύνηθες είναι, να συναντάς τις ισχυρότερες αντιδράσεις από «λειτουργούς» με προσβάσεις σε ιδιωτικά συμφέροντα.

Το ερώτημα όμως είναι αλλού: υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση του ποσοστού εξόδου από την ανεργία ανάλογα με το εάν έχει προηγηθεί συμμετοχή σε πρόγραμμα κατάρτισης;

Η έκθεση είναι άκρως δυσμενής για τα εξαμηνιαία προγράμματα κατάρτισης (συνήθως υλοποιούνται από τα KEK). «H προηγούμενη παρακολούθηση προγράμματος κατάρτισης διάρκειας τουλάχιστον 6 μηνών δεν φαίνεται να βοηθάει στην έξοδο από την ανεργία. Δεν υπάρχει στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ εξόδου από την ανεργία και προηγούμενης παρακολούθησης προγράμματος κατάρτισης διάρκειας τουλάχιστον 6 μηνών».

Απειροελάχστη σημασία έχει η κατάρτιση και για τη διατήρηση της θέσης απασχόλησης, αφού όπως σημειώνεται στην έκθεση «το ότι κάποιος έχει ολοκληρώσει προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, διάρκειας τουλάχιστον έξι μηνών δεν φαίνεται να μειώνει την πιθανότητα από απασχολούμενος να καταστεί άνεργος. Οι έχοντες τέτοια κατάρτιση εμφανίζουν ποσοστό εξερχομένων από την απασχόληση προς την ανεργία 2,9% έναντι 2,5% του συνόλου».

Προϋποθέσεις ένταξης

Τελικώς, σημαντική πιθανότητα εξόδου από την ανεργία έχουν μόνον οι κάτοχοι πτυχίου AEI. H εκπαίδευση κι όχι η κατάρτιση είναι αυτή που δημιουργεί προϋποθέσεις ένταξης στην αγορά εργασίας. «Εάν αναλύσουμε στατιστικά την πιθανότητα εξόδου κάποιου από την ανεργία προς την απασχόληση, διαπιστώνουμε ότι από τα τρία συνηθισμένα επίπεδα εκπαίδευσης -AEI, TEI, λύκειο- μόνο οι πτυχιούχοι AEI εμφανίζουν στατιστικά σημαντικό συντελεστή και η πιθανότητα εξόδου τους από την ανεργία είναι υπολογίσιμα υψηλότερη από τη μέση. Σε σχέση με το μέσο άνεργο, αυτοί έχουν πιθανότητα εξόδου από την ανεργία κατά σχεδόν 8% υψηλότερη. Αντίθετα η κατοχή πτυχίου TEI ή απολυτηρίου λυκείου δεν φαίνεται να ασκεί σημαντική επίδραση στην έξοδο από την ανεργία».

Η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία εάν λάβουμε υπόψη ποια είναι η ομάδα που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό καταρτισθέντων. Σύμφωνα με την έκθεση του συμβούλου «αυτοί που έχουν παρακολουθήσει προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης συγκεντρώνονται κυρίως στους αποφοίτους των IEK (σχεδόν 1 στους 2 καταρτισμένους), καθώς και στους αποφοίτους τεχνικών και επαγγελματικών σχολών (πάνω από 1 στους 4 καταρτισμένους). Επίσης, υψηλότερο ποσοστό καταρτισμένων από το μέσο όρο εμφανίζουν οι πτυχιούχοι TEI (11,7%)».

Αραγε, το συμπέρασμα της έκθεσης έχει κάποιο νόημα για τον σχεδιασμό των νέων προγραμμάτων; Θα ‘λεγε κανείς ότι το θέμα δεν απασχολεί τα κόμματα. Ουδείς φαίνεται διατεθειμένος, όχι μόνο να αλλάξει, αλλά ούτε καν να θίξει τη λογική πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η κατάρτιση και επενδύεται ένα μεγάλο τμήμα από τους πόρους, ύψους 4.241.200.000 ευρώ του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου.