ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΜΑΚΡΟΣΚΟΠΙΚΑ

Δεν είναι μόνον ότι το ελληνικό κράτος καταρρέει λόγω της κακοδιοίκησης και της διάβρωσής του από τα μεγάλα και τα μικρότερα συμφέροντα της διαπλοκής. Η κατάρρευση θα συμβεί, έτσι κι αλλιώς, όταν θα έρθει η ώρα να μπει τάξη στα ταμεία των οργανισμών και των άλλων περίπλοκων σχέσεων μεταξύ των απίθανα πολλών τμημάτων της τεράστιας μηχανής των κρατικών συμφερόντων. Στην ίδια κατεύθυνση μάς οδηγεί η πραγματική ανάγκη, επομένως και η πίεση που απορρέει, για την εφαρμογή πολιτικών αύξησης των κοινωνικών δαπανών, όπως είναι κατά προτεραιότητα η παιδεία και η υγεία.

Με δύο λόγια, η δημοσιονομική κρίση είναι μπροστά μας. Ολοι, πρώτη και καλύτερη η κυβέρνηση, γνωρίζουν καλά ότι τα νούμερα που τυπώθηκαν στον προϋπολογισμό για το 2004, που μόλις πριν από λίγες εβδομάδες ενέκρινε η Βουλή, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το υπουργείο Οικονομικών, υπό την αυστηρή παρακολούθηση της πολιτικής ηγεσίας, συντηρεί την ανειλικρινή εικόνα των δημοσιονομικών στηριζόμενο σε μια απλή όσο και αποτελεσματική κατάσταση. Οσο το εγχώριο προϊόν αυξάνεται με υψηλούς ρυθμούς -γύρω στο 8% σε ονομαστικές τιμές- τα δημόσια έσοδα διατηρούνται. Οσο η εγχώρια ζήτηση παρακολουθεί τους ίδιους αυτούς ρυθμούς, τα έσοδα από την έμμεση φορολογία παραμένουν σημαντικά. Επιπλέον, η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται τη δυνατότητα να περισυλλέγει μέρος της φοροδιαφυγής -όπως το έπραξε με τις απανωτές «υποχρεωτικές» ρυθμίσεις παλαιότερων ετών- και να προσθέτει, εκτάκτως, σημαντικά έσοδα.

Οι σχεδιασμοί του σημερινού υπουργού Οικονομίας Νίκου Χριστοδουλάκη σε αυτόν ακριβώς τον υπολογισμό στηρίζονται. Γιατί, το άλλο βασικό εργαλείο διατήρησης του ελέγχου στα δημόσια οικονομικά, την πώληση δημόσιας περιουσίας, εξαντλεί την αποτελεσματικότητά του. Μόνον αν αλλάξουν οι πολιτικές συντεταγμένες και η μετεκλογική κυβέρνηση εκποιήσει πλήρως τις μετοχικές θέσεις που διατηρεί στον ημικρατικό τομέα των εισηγμένων δημόσιων επιχειρήσεων, θα δημιουργηθούν αποθέματα πόρων για τον περιορισμό της δημοσιονομικής κρίσης.

Σε περίπτωση νίκης της σημερινής αντιπολίτευσης, το νέο οικονομικό επιτελείο θα έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Θα διαπραγματευθεί ευκολότερα έναν πολύ μεγάλο αριθμό δαπανών που καλύπτουν ανύπαρκτες λειτουργικές ανάγκες, συντηρούν όμως στρώματα νομενκλατούρας και άλλων άχρηστων τμημάτων του κρατικού μηχανισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κυβερνήσεις που υποστηρίχθηκαν από τη σημερινή πλειοψηφία, ουδέποτε «ξήλωσαν» υπηρεσίες, ακόμη και όταν δημιουργήθηκαν νέες. Το παράδειγμα των Κέντρων Εξυπηρέτησης του Πολίτη, που με επιτυχία και γοργό ρυθμό επεκτείνονται ανά την επικράτεια, χωρίς όμως να στελεχώνονται με τη μετακίνηση από άλλες δημόσιες υπηρεσίες, είναι ένα από τα πολλά.

Η μεγαλύτερη δημοσιονομική πίεση θα οφείλεται πάντως στην προτεραιότητα να υποστηριχθούν οι επενδύσεις που έκανε το κράτος με τους πόρους των δύο προηγούμενων Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης. Για παράδειγμα, η κατασκευή ενός μεγάλου περιφερειακού νοσοκομείου απορροφά κολοσσιαίους πόρους όταν έρχεται η ώρα να λειτουργήσει. Με τον δημόσιο τομέα της υγείας να βρίσκεται σε κατάσταση συνεχούς χρηματοοικονομικής ασφυξίας και διάλυσης, οι νέες μονάδες καταβαραθρώνονται σε αυτό το άρρωστο περιβάλλον και επιτείνουν τα ήδη σοβαρά προβλήματα.

Το ίδιο ισχύει και στην παιδεία. Η ευρωπαϊκή επιδότηση για το ολοήμερο σχολείο -«φύλαξη» όπως με φιλαλήθεια το αποκαλούν τα παιδιά- κάποια στιγμή θα σταματήσει. Το κόστος, τότε, θα περάσει ολόκληρο στον προϋπολογισμό. Χειρότερη όμως είναι η κατάσταση στο πανεπιστημιακό επίπεδο, όπου οργανωτικά και οικονομικά προβλήματα έχουν γίνει «κουβάρι», κατάσταση που μετατρέπεται ήδη σε ισχυρή απειλή για την ανταγωνιστική θέση της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης, καθώς ξηλώνονται και στην παιδεία τα εθνικά σύνορα.

Τέλος, αλλά προφανώς όχι ολιγότερο σημαντικό, το βάρος των τεράστιων υποχρεώσεων που έχει ήδη αναλάβει το κράτος από τα εξοπλιστικά προγράμματα, που έσπευσε να κλείσει τα δύο τελευταία χρόνια η κυβέρνηση, θα αρχίσει να πιέζει το κρατικό ταμείο. Αν υπολογίσει κανείς ότι η δαπάνη για όπλα αναλογεί στα κοινοτικά κεφάλαια του Τρίτου Πλαισίου, εκείνου δηλαδή στο οποίο στηρίζεται όλη αυτή η «υπέροχη» ανάπτυξη, εύκολα καταλαβαίνει τη σημασία του δημοσιονομικού αυτού βάρους στα προσεχή χρόνια.

Τα βασικά αυτά στοιχεία δημοσιονομικής ανισορροπίας, όταν συνδυαστούν με τη διατήρηση του δημόσιου χρέους στο ίδιο – περίπου- ύψος του, καθώς και με τον απροσδιόριστο, αλλά σίγουρα πολύ μεγάλο λογαριασμό των Ολυμπιακών Αγώνων, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η διαχείριση του δημόσιου ταμείου θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια για την επόμενη κυβέρνηση.