ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σήμα κινδύνου από την E.E.

Μία ακόμα σαφή προειδοποίηση για τους σοβαρότατους κινδύνους που απειλούν την ελληνική οικονομία λόγω της ουσιαστικής απουσίας πραγματικής ανάπτυξης, αναμένεται να απευθύνει στην Αθήνα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο της τακτικής τής έκθεσης περί της εφαρμογής των οικονομικών προσανατολισμών της Ενωσης, που δίδεται αύριο στη δημοσιότητα στις Βρυξέλλες.

Είναι μία έκθεση που ομιλεί περί ανεξέλεγκτων δαπανών, ογκούμενων ελλειμμάτων, τεραστίου χρέους και «υψηλότατων κινδύνων» επερχόμενης χρεοκοπίας υπό το βάρος του συνεχώς αυξανόμενου κόστους του ασφαλιστικού συστήματος. Ολα αυτά δε, εμπλουτίζονται από την υπόμνηση της πλήρους αποτυχίας του εκπαιδευτικού συστήματος, της επιχειρηματικής αποτελμάτωσης που γεννάει ο γραφειοκρατικός κυκεώνας και της αδυναμίας προσαρμογής της παραγωγικής οικονομίας στην εποχή των «νέων τεχνολογιών».

Το κάπως παραπλανητικό και πιθανότατα πρόσκαιρο «θαύμα» της ταχείας ανάπτυξης, υπό τη μορφή του οφειλόμενου σχεδόν αποκλειστικά στο Γ΄ ΚΠΣ και τα ολυμπιακά έργα ικανοποιητικού ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ, δεν αποτελεί παρά μία μόνον παράμετρο ανάπτυξης μιας οικονομίας η οποία, όπως εξηγεί στην έκθεσή της η Επιτροπή «δεν εκμεταλλεύθηκε τις ευνοϊκές συνθήκες για να αντιμετωπίσει τα δύο βασικά της διαρθρωτικά προβλήματα: την έλλειψη ανταγωνιστικότητος και τις δημοσιονομικές ανισορροπίες».

Το «υψηλότερο του αναμενομένου» κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων, από κοινού με το λεγόμενο «κοινωνικό πακέτο» θα εντείνουν τις πιέσεις στα δημόσια οικονομικά και για την Επιτροπή είναι ιδιαίτερα εξοργιστικό ότι η κυβέρνηση επέτρεψε όλα τα τελευταία χρόνια σχετικά υψηλών ρυθμών ανάπτυξης να περάσουν χωρίς να υπάρξει καμία ουσιαστική απόπειρα μείωσης του δημοσίου χρέους, πέραν της διοχέτευσης προς τον σκοπό αυτόν ορισμένων εσόδων από τις ιδιωτικοποιήσεις.

«Κοινωνικό» πακέτο

Οπως επισημαίνεται, το πρωτογενές πλεόνασμα έχει πάρει μία κατιούσα μη αναστρέψιμη στο ορατό μέλλον, καρπό των «μη ελεγχόμενων πρωτογενών δαπανών», οι οποίες αναμένεται για το 2003 να εμφανίσουν υπέρβαση 475 εκατομμυρίων ευρώ ή 0,3% του ΑΕΠ, χωρίς να αποκλείεται η υπέρβαση αυτή να παγιωθεί και να συνεχίσει να διευρύνεται ιδίως λόγω του «κοινωνικού» πακέτου. Οπως τονίζεται δε, οι δαπάνες για μισθούς και κοινωνικά μέτρα παγίως υπερβαίνουν εκείνες που αρχικώς εγγράφονται στον εκάστοτε προϋπολογισμό έχοντας αποδειχθεί ιδιαίτερα ανελαστικές. Σε ό,τι αφορά τα ίδια τα ελλείμματα, η έκθεση ομιλεί για ανεξέλεγκτες δημόσιες δαπάνες, που πυροδοτούνται από τα λεγόμενα «κοινωνικά» μέτρα και τις συνεχείς μισθολογικές αυξήσεις. Εκτιμά δε ότι η ολοκλήρωση των Ολυμπιακών Αγώνων θα πρέπει υπό φυσιολογικές συνθήκες να αποφέρει εξοικονόμηση πόρων ύψους 1% του ΑΕΠ και τονίζει ότι τα κονδύλια αυτά θα πρέπει να διατεθούν εξ ολοκλήρου για την καταπολέμηση των ελλειμμάτων.

Η έκθεση θρηνεί όμως και την εγκατάλειψη των προσπαθειών αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας, τονίζοντας ότι οι αλλαγές που έγιναν «δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν» το ύψος του δημοσίου χρέους με αποτέλεσμα η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών να αντιμετωπίζει «οξύτατο κίνδυνο» εάν δεν ληφθούν πρόσθετα μέτρα. Οπως επισημαίνεται δε, «ουδέν πρόσθετο μέτρο προβλέπεται» για τη μείωση του κόστους του ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος.

Σε ό,τι αφορά την ανταγωνιστικότητα, η Επιτροπή αναγνωρίζει μεν ότι έχει υπάρξει βελτίωση του δείκτη τα τελευταία χρόνια, όμως υπενθυμίζει ότι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι η δεύτερη χειρότερη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, κάτι που οφείλεται τόσο στην απροθυμία επενδύσεων από την πλευρά των επιχειρήσεων όσο και στην παταγώδη αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος.

Νέες τεχνολογίες

Οπως επισημαίνει, υπάρχει μία απουσία επενδύσεων στις νέες τεχνολογίες της πληροφορικής καθώς και στην έρευνα και ανάπτυξη προϊόντων και τεχνολογιών, μια νωθρότητα ή «έλλειψη δυναμισμού» από την πλευρά του επιχειρηματικού κόσμου, την οποία αποδίδει στο πολύπλοκο κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων και τη γραφειοκρατία γενικότερα. Επιπρόσθετα, η κρίσιμη για τη μείωση του κόστους παραγωγής, απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας καρκινοβατεί, με αποτέλεσμα να έχει ήδη δρομολογηθεί η παραπομπή της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Παράλληλα, δε, χαρακτηρίζει «χαμηλό» το επίπεδο εκπαίδευσης του ελληνικού λαού, κάτι που αποτελεί μία από τις πλέον επίμονες επισημάνσεις της Επιτροπής, η οποία με κάθε ευκαιρία υπενθυμίζει στην Αθήνα την ανάγκη να αποδίδει το εκπαιδευτικό σύστημα πολίτες ικανούς να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας, όπως έπραξε η Ιρλανδία με τα γνωστά αποτελέσματα. Οπως επισημαίνεται, τα κάποια μέτρα που έχουν ληφθεί για τη βελτίωση της παραγωγικότητος και την αύξηση της απασχόλησης δεν έχουν μέχρι τούδε αποδώσει ουσιαστικά αποτελέσματα, πέραν κάποιων οριακών βελτιώσεων στον (πάντα καταστροφικό) δείκτη απασχόλησης των νέων και τη μακροχρόνια ανεργία.

Είναι όπως επίσης σημαντική η επισήμανση ότι οι όποιες προσπάθειες έχουν γίνει για την προώθηση της μερικής απασχόλησης δεν βρήκαν ανταπόκριση από τους εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, με αποτέλεσμα το βάρος να πέσει και πάλι στο Δημόσιο, το οποίο έχει εξαγγείλει τη δημιουργία 25.000 τέτοιων θέσεων εργασίας…

Απασχόληση

Προβληματική σε ό,τι αφορά την αύξηση της απασχόλησης παραμένει η αδυναμία περιορισμού του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας (εν ολίγοις των εργοδοτικών εισφορών), αλλά και η αδυναμία πραγματικής σύνδεσης μισθού – παραγωγικότητος. Οπως τονίζεται χαρακτηριστικά, οι διετείς συλλογικές συμβάσεις του ιδιωτικού τομέα ορίζονται κατ’ ουσίαν βάσει των αντιστοίχων του Δημοσίου και του προβλεπόμενου πληθωρισμού, χωρίς καμία προσπάθεια πριμοδότησης πιο παραγωγικών εργαζομένων και περιοχών της χώρας.

Συνολικά δε, «η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου της αγοράς εργασίας δεν είναι ικανοποιητική και αδυνατεί να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τα προβλήματα της χαμηλής απασχόλησης και της υψηλής ανεργίας». Ετσι, παρά τις προσπάθειες που έχουν καταβληθεί, «κυρίαρχα χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς εργασίας παραμένουν τα υψηλά εμπόδια εισόδου και οι δυσκαμψίες στην πλευρά της προσφοράς».

Ετσι, προκύπτει η απογοητευτική εικόνα μιας οικονομίας με σοβαρότατες παθογένειες, που επιτυγχάνει μία βραδεία «σύγκλιση» με την Ευρώπη σε ουσιαστικά έναν μόνο στατιστικό δείκτη, εκείνον του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ, τη στιγμή που σχεδόν κάθε άλλη μονάδα μέτρησης της «επιτυχίας» της οικονομικής πολιτικής και της οικονομίας γενικότερα ταλαντεύεται μεταξύ αβεβαιότητας, στασιμότητας και οπισθοδρόμησης…