ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΜΑΚΡΟΣΚΟΠΙΚΑ

Στις μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ένα από τα σπουδαιότερα ζητήματα της πολιτικής είναι η απασχόληση και, το αντίστροφό της, η ανεργία. Θα θυμάστε ότι ο καγκελάριος Σρέντερ αγωνιούσε για την εκλογή του επειδή ακριβώς ο αριθμός των ανέργων είχε ξεπεράσει το όριο στο οποίο είχε υποσχεθεί ότι θα συγκρατήσει το πρόβλημα. Στη Γαλλία, η προεδρική εκλογή «παίχτηκε», σε σημαντικό βαθμό, επειδή ο ακροδεξιός υποψήφιος κατόρθωσε να πείσει ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού για την ορθότητα των ξενόφοβων απόψεών του.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 μέχρι και σήμερα, το επίπεδο της απασχόλησης, η ποιότητα και η διατηρησιμότητα των θέσεων εργασίας αποτελεί μείζον θέμα πολιτικής. Λογικό! Πρόκειται για σημείο κομβικό των εξελίξεων. Από την αποτελεσματικότητα της πολιτικής απασχόλησης μπορεί κανείς να κρίνει την ορθότητα του μίγματος οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί κάθε κυβέρνηση. Με τον ίδιο τρόπο κρίνεται και το περίφημο κοινωνικό κράτος, αφού το κόστος των ανέργων, οι επιδοτούμενες λειτουργίες του κράτους, η οικονομική υγεία των ασφαλιστικών ταμείων εξαρτώνται στενά από τη δομή και το μέγεθος της απασχόλησης.

Το πρόβλημα στη χώρα μας και μεγάλο είναι και παλαιό και δυσεπίλυτο. Η ανεργία παραμένει εξαιρετικά υψηλή, ειδικότερα για μια οικονομία που «γράφει» αύξηση του Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) πάνω από 4% σε πραγματικούς(;) όρους. Η συνολική απασχόληση παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα και, κυρίως, το μέγεθος του παραγόμενου προϊόντος.

Να παρατηρήσουμε στο σημείο αυτό πως οι πολιτικοί αρνούνται συστηματικά να αντιμετωπίσουν τον πραγματικό χαρακτήρα της ανεργίας. Η ανεργία στην Ελλάδα είναι, κατά κύριο λόγο, δομικό πρόβλημα. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν επηρεάζεται άμεσα από τις φάσεις ανόδου (ή καθόδου) του οικονομικού κύκλου. Το αγροτικό παρελθόν της εθνικής οικονομίας είναι ιδιαίτερα πρόσφατο. Η μετακίνηση πληθυσμού από τον αγροτικό στον αστικό τομέα της οικονομίας συνεχίζεται με υψηλό ρυθμό όλα τα τελευταία χρόνια.

Σε συνδυασμό με την υστέρηση και καθυστέρηση της περιφερειακής ανάπτυξης, τη μετατροπή των αγροτικών και άλλων ενισχύσεων και επιδοτήσεων σε εισοδηματικές ενισχύσεις και την απουσία διαρθρωτικών παρεμβάσεων στην ύπαιθρο, κάθε νέα εγγραφή στον αστικό πληθυσμό περνά από τη λίστα της ανεργίας. Σκεφτείτε τον νέο άνθρωπο που περνά στο Πανεπιστήμιο και εγκαταλείπει το επαρχιακό νοικοκυριό για να ενταχθεί, βεβαίως, στον τομέα της βιομηχανίας και των υπηρεσιών.

Η δομική αυτή εξέλιξη θα συνεχίζεται για πολλά ακόμη χρόνια. Μέχρι να μειωθεί η αγροτική απασχόληση στο «φυσιολογικό» επίπεδο για μια ευρωπαϊκή χώρα. Οχι μεγαλύτερο από 2-3% του ενεργού πληθυσμού. Με την παράλληλη ανάπτυξη του υπερδεκαετούς φαινομένου, που περιγράφεται από την απορρόφηση μιας δυσανάλογα μεγάλης -για το μέγεθος της χώρας και της οικονομίας της- εργατικής μάζας μεταναστών, το χαμηλό επίπεδο απασχόλησης είναι μια πολύ σημαντική πληγή. Απαιτεί άμεσες λύσεις, φαντασία, τόλμη για λύσεις που θα ξεπερνούν ένα νεφελώφες «σοσιαλδημοκρατικό» πρότυπο. Οχι μόνο για λόγους οικονομικούς, αλλά και για άλλους, βαθύτατα πολιτικούς, που εύκολα μπορεί να γίνουν εκρηκτικοί.

Κατ’ αρχήν, όχι μόνον το ποσοστό συμμετοχής των εχόντων εργασία βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, αλλά, επιπλέον, το επίπεδο απασχόλησης μειώνεται. Είναι αυτός, άλλωστε, ο μόνος ουσιαστικός λόγος -πέραν των περιστασιακών προσλήψεων στα μεγάλα έργα- που συγκρατεί τα επίπεδα της ανεργίας. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται μπροστά μας. Αν αυξηθεί το ποσοστό συμμετοχής του εργατικού δυναμικού στον πληθυσμό, προσεγγίζοντας, για παράδειγμα, τον μέσο ευρωπαϊκό όρο του 56%, τότε η ανεργία θα καταστεί ένα πολύ οξύτερο κοινωνικό πρόβλημα. Η δήθεν ισχυρή οικονομία, όπως την περιγράφει ο δείκτης του ΑΕΠ, δεν έχει τη δύναμη να συντηρήσει τα σημερινά επίπεδα απασχόλησης.

Οσοι παρακολουθούν την εξέλιξη των οδικών (κυρίως) έργων που δυναστεύουν την καθημερινότητά μας, θα παρατηρήσει τον μικρό πληθυσμό εμφανών εργαζομένων. Δεν πρόκειται για «οπτική απάτη». Τα κατασκευαστικά έργα δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που δημιουργείται από το χαμηλό περιεχόμενο απασχόλησης. Ενας από τους σπουδαιότερους δείκτες της χαμηλής ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας είναι ότι η ελληνική οικονομία αδυνατεί να μετατρέψει την ανάπτυξη σε θέσεις εργασίας.

Για τους παραπάνω λόγους, η πρόταση Παπανδρέου για την πρόσληψη νέων χωρίς συνταξιοτική κάλυψη, είναι αναποτελεσματική, πέραν των όποιων άλλων, πολύ σημαντικών, προβλημάτων θα συνόδευαν την ενδεχόμενη εφαρμογή της. Είναι γνωστό ότι υπάρχει σοβαρή ζήτηση για απαιτητικές θέσεις εργασίας. Οι επιχειρήσεις που χρειάζονται ειδικευμένους και καλά καταρτισμένους ανθρώπους δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να πληρώσουν τις εισφορές και, όπως συνήθως συμβαίνει, να φροντίσουν για την εκπαίδευση και προσαρμογή των νεοπροσλαμβανομένων. Ειδικότερα για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, το πραγματικό εμπόδιο είναι το περιβάλλον και οι γενικότερες εργασιακές ρυθμίσεις, ο ρόλος των συνδικάτων και η εχθρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται από τη διοίκηση. Ετσι, οι μόνοι που θα μπορούσαν να «ωφεληθούν» από την πρόταση Παπανδρέου είναι εκείνοι που δεν έχουν άλλα προσόντα παρά όσα ήδη προσφέρουν οι μετανάστες της μαύρης εργασίας.

Επιπλέον, η εξυγίανση του κρατικού τομέα απαιτεί την αναδιάταξη των θέσεων εργασίας. Ακόμη κι αν, τελικώς, το σύνολο της απασχόλησης παραμείνει στα ίδια επίπεδα, η σύνθεσή της πρέπει να αλλάξει εφόσον επιθυμούμε τη βελτίωση των παρεχομένων υπηρεσιών στον πολίτη και, ακόμη περισσότερο, ένα κράτος-συντονιστή. Ετσι, αν λάβουμε υπόψη ότι η βιομηχανία δεν πρόκειται να συμβάλει στη μείωση της ανεργίας, ότι η αυτοαπασχόληση καθίσταται «ακριβότερη στην εκκίνηση» και ότι το κράτος θα «αλλάξει», η προσφορά εργασίας καθίσταται άκρως ελλειμματική.