ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Περιορίστηκαν σημαντικά τα ανεξόφλητα χρέη στα εταιρικά ομόλογα το 2003

Επιστροφή των επενδυτών όχι μόνο στις μετοχές, αλλά και στα εταιρικά ομόλογα, χαρακτήρισε το 2003 από το δεύτερο τρίμηνο και μετά. Η υποχώρηση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας και κυρίως οι ενδείξεις για μια θετική πορεία της οικονομίας έπειτα από μερικά χρόνια στασιμότητας, ενθάρρυναν τους επενδυτές να αναλάβουν μεγαλύτερο κίνδυνο για την αναζήτηση καλύτερων αποδόσεων.

Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται στη μείωση της διαφοράς αποδόσεων (yield spread) μεταξύ των κρατικών και των εταιρικών ομολόγων, που είχε διευρυνθεί σημαντικά την αμέσως προηγούμενη περίοδο. Αυτή η διαφορά αποτυπώνει το επασφάλιστρο που πληρώνουν οι εταιρείες για να δανειστούν μέσω ομολόγων έναντι του Δημοσίου, που έχει πολύ μεγαλύτερη φερεγγυότητα.

Ο καθοριστικός παράγοντας για το εύρος αυτής της διαφοράς είναι η πιθανότητα αθέτησης της υποχρέωσης εξυπηρέτησης του ομολόγου από τον εκδότη (από απλή καθυστέρηση καταβολής του τόκου έως την απώλεια του κεφαλαίου).

Αποδείχτηκε ότι οι αγορές προέβλεψαν σωστά, σύμφωνα με τα στοιχεία για την εταιρική αθέτηση εξυπηρέτησης ομολόγων και άλλων τίτλων χρέους (default) που παρουσίασαν αυτήν την εβδομάδα οι εξειδικευμένοι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s και Standard & Poor’s. Τα προβλήματα default ήταν από κάθε άποψη σημαντικά μειωμένα. Οι δύο οίκοι αποδίδουν πιστοληπτική βαθμολογία σε όποιες εταιρείες τους το ζητήσουν και που αποτελούν για αυτές το διαβατήριό τους στις διεθνείς πιστωτικές αγορές. Αν και το μεγαλύτερο ποσοστό των εταιρειών έχουν βαθμολογία και από τις δύο εταιρείες (συνήθως και από μια τρίτη, την Fitch), υπάρχουν αρκετές που περιορίζονται μόνο σε μία. Συνεπώς διαφοροποιούνται και τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι δύο οίκοι.

Μoody’s

Αναλυτικότερα, η Moody’s ανακοίνωσε ότι 77 εκδότες απ’ όλον τον κόσμο με βαθμολογία από αυτήν διέπραξαν default πάνω σε τίτλους συνολικής αξίας 33,5 δισ. δολαρίων πέρυσι έναντι 141 εκδοτών για αξία 163 δισ. δολαρίων το 2002. Οι 58 περιπτώσεις προέρχονταν από τις ΗΠΑ με σημαντικότερη αυτή της εταιρείας Healthsouth Corporatio(3,4 δισ. δολάρια). O κλάδος με τις περισσότερες περιπτώσεις αθέτησης χρέους (13 εκδότες για αξία 6,4 δισ. δολαρίων) ήταν οι τηλεπικοινωνίες για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, αλλά ο κλάδος της ενέργειας και της κοινής ωφελείας τον ξεπέρασε φέτος σε αξία (7,2 δισ. δολάρια).

Το ποσοστό αθέτησης στο σύνολο των εταιρικών εκδοτών υποχώρησε σχεδόν στο ήμισυ, στο 1,6% το 2003 από 3,0% το 2002. H μείωση είναι ακόμη σημαντικότερη αν υπολογιστεί με βάση την αξία, και όχι το πλήθος, των περιπτώσεων default: 0,97% το 2003 έναντι 5,3% το 2002. Δηλαδή ένα χαρτοφυλάκιο εταιρικών ομολόγων όλων των βαθμολογιών αντιμετώπισε πρόβλημα για το 5,3% της αξίας του το 2002 και μόλις στο 0,97% το 2003. Βεβαίως, το πρόβλημα συγκεντρώνεται σε ορισμένους μόνο εκδότες, αυτούς που έχουν τις χαμηλότερες βαθμολογίες (από Ba1 και κάτω) που ονομάζονται συλλογικά «κερδοσκοπική κατηγορία» (speculative grade). Σε αυτήν την κατηγορία το ποσοστό default υποχώρησε στο 5,2% το 2003 από 8,4% το 2002. Οπως ήδη εξηγήσαμε, default μπορεί να είναι από μια απλή καθυστέρηση καταβολής των τόκων έως αναδιαπραγμάτευση των όρων ή και πλήρη απώλεια του κεφαλαίου. Συνεπώς ένα σημαντικό ποσοστό του χρέους σε default τελικά ανακτάται από τους επενδυτές. Πέρυσι το ποσοστό αυτό έφτασε στο 39,6% της ονομαστικής αξίας των τίτλων, δηλαδή στο επίπεδο της μακροχρόνιας τάσης, έναντι 31,7% το 2002.

Standard & Ρoor’s

Ανάλογα ήταν και τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Standard & Poor’s. Κατά το 2003 και σε όλον τον κόσμο έκαναν default 126 εταιρείες σε τίτλους αξίας 62,5 δισ. δολαρίων έναντι 236 εκδοτών σε αξία 190,1 δισ. δολαρίων. Το ποσοστό default σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν 1,84% έναντι 3,76% το 2002, δηλαδή περίπου το μισό.

Στην «κερδοσκοπική κατηγορία» το ποσοστό υποχώρησε στο 4,71% το 2003 από 9,49% την αμέσως προηγούμενη χρονιά. Στις τηλεπικοινωνίες το ποσοστό ήταν πολύ υψηλό, στο 9,9%, αλλά πάλι αρκετά μειωμένο σε σχέση με το 18,6% που είχε φτάσει το 2002. Μόλις τρεις εταιρείες με βαθμολογία επιπέδου «επενδυτικής» (δηλαδή αρκετά υψηλή) έκαναν default το 2003, που ήταν ο χαμηλότερος αριθμός από το 1997. Βεβαίως το πιο τρανταχτό όνομα που έκανε πτώχευση ήταν η ιταλική βιομηχανία τροφίμων Parmalat.

H Standard & Poor’s είναι αισιόδοξη ότι οι τάσεις στο default θα βελτιωθούν και φέτος. Ωστόσο, επισημαίνει ότι υπάρχουν ορισμένοι κίνδυνοι σε αυτό το αισιόδοξο σενάριο με βασικότερους τις γεωπολιτικές εντάσεις (Ιράκ και τρομοκρατία), αναπάντεχη αύξηση των τιμών του πετρελαίου, ταχύτερη από το αναμενόμενο περαιτέρω υποχώρηση του δολαρίου και παύση στην εύθραυστη οικονομική ανάκαμψη, ιδίως στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία. Παράλληλα, η ανάλυση των στατιστικών στοιχείων δείχνει πιθανότητα ανανεωμένων προβλημάτων εταιρικών default σε ορίζοντα δύο ή τριών ετών.