ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

O μύθος των repos και οι «κοινωνικά ευαίσθητοι»

Οταν λίγο πριν από τις εκλογές του Οκτωβρίου του 1993 ο Ανδρέας Παπανδρέου, αποδοκίμαζε δημόσια το στέλεχος του ΠΑΣΟΚ κ. Παντελή Οικονόμου για τη δήλωσή του σχετικά με το αναγκαίο της φορολόγησης των repos, όλοι κατάλαβαν ότι άλλο πράγμα είναι ο σοσιαλισμός και η κοινωνική δικαιοσύνη και άλλο το να καταφέρεις να κερδίσεις τις εκλογές!

Ο Ανδρέας Παπανδρέου στην προκειμένη περίπτωση είχε επιλέξει το δεύτερο και το πέτυχε, αρνούμενος το «μύθο» ότι με τη φορολόγηση θα έπληττε το μεγάλο κεφάλαιο. Αντίθετα τα repos τα φορολόγησε με φόρο 7% για πρώτη φορά ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας, ο κ. Νίκος Χριστοδουλάκης το 2002.

Το να ισχυριστεί κάποιος ότι ο πρώτος δεν ήταν κοινωνικά ευαίσθητος (και γι’ αυτό δεν τα φορολόγησε) ενώ ο δεύτερος ήταν και γι’ αυτό τα φορολόγησε, μάλλον δεν ευσταθεί!

Απλώς ο δεύτερος κινήθηκε προς αυτήν την κατεύθυνση, επηρεαζόμενος και από τη γενικότερη φορολογική εξομοίωση των διαφόρων προϊόντων που ήδη προωθεί η Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ο κ. Χριστοδουλάκης, όταν ανακοίνωνε τη φορολογία των repos (νέος ακόμα υπουργός Εθνικής Οικονομίας), σημείωνε χαρακτηριστικά: «H φορολογία αυτή είναι εξαιρετικά χαμηλή, θα συγκεντρώσει έσοδα της τάξεως των 30 ή 50 δισεκατομμυρίων δραχμών, από ένα τεράστιο όγκο συναλλαγών repos που ξεπερνά τα 10 τρισεκατομμύρια δραχμές. Πιστεύω όμως ότι θα συντελέσει σε μια περισσότερη ευθυγράμμιση της φορολογικής αντιμετώπισης των διαφόρων προϊόντων. Με τον τρόπο αυτόν διαμορφώνεται ένα τοπίο που έχει λιγότερες φορολογικές ανισότητες. Τα εταιρικά ομόλογα φορολογούνται πλέον με τον ίδιο συντελεστή 10%, όπως και τα κρατικά ομόλογα».

Η πορεία «ευθυγράμμισης» του κ. Χριστοδουλάκη αποσκοπούσε στο να αρχίσει να πλησιάζει το ποσοστό 15%, το οποίο είναι ο φόρος που επιβάλλεται στις τραπεζικές καταθέσεις (110,6 δισ. ευρώ στο τέλος Νοεμβρίου 2003).

Ως γνωστόν οι μικροκαταθέτες είναι αυτοί που πληρώνουν απόλυτα και κυνικά τη νύφη, δηλαδή την ευφορία των χαμηλών επιτοκίων… Δανείζουν τις τράπεζες (θέλοντας και μη) και ταυτόχρονα τις πληρώνουν μέσω των αρνητικών επιτοκίων, που υπάρχουν.

Υπό την έννοια αυτή, η εξομοίωση της φορολογίας των repos με τις καταθέσεις έχει κάποιο νόημα και μάλιστα θα μπορούσε να σημειώσει κάποιος ότι στην επιχειρούμενη ταύτιση (λόγω και E.E.) των φορολογικών συντελεστών διακρίνονται και ίχνη κοινωνικής διακαιοσύνης.

Παράλληλα, αποτελεί φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, που η σημερινή κυβέρνηση είχε από πρωθύστερο χρόνο υιοθετήσει και μάλιστα ο κ. Χριστοδουλάκης την είχε υποστηρίξει με επιχειρήματα σε συμβούλια υπουργών του ΕΚΟΦΙΝ.

Στο τέλος Δεκεμβρίου 2001 (πριν από τη φορολογία τους) τα repos ήταν στα 24,1 δισ. ευρώ. Μετά τη φορολογία τους στο τέλος του 2002 ήταν στα 19,4 δισ. ευρώ, ενώ στο τέλος Νοεμβρίου 2003 είχαν πέσει στα 11,2 δισ. ευρώ. H ελλειπτική τους πορεία, ακόμα και με το 7% μάλλον σηματοδοτεί το τέλος αυτής της τοποθέτησης, στην οποία δεν καταφεύγουν απαραίτητα και οι φτωχότεροι των ελλήνων.

Οσον αφορά τις ασθενικές «διαμαρτυρίες» Τραπεζών ή θεσμικών επενδυτών ή διαχειστών αμοιβαίων κεφαλαίων, περί της βλάβης που θα υποστούν, είναι βέβαιο είναι ότι κερδοφόρες τοποθετήσεις υπήρχαν πριν από τα repos και θα συνεχίσουν να υπάρχουν και μετά τα repos…