ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αντιμέτωπη με προκλήσεις στον χώρο της οικονομίας η νέα κυβέρνηση

O ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας κινείται την τελευταία δεκαετία στο 3,5%, επίπεδο σχετικώς υψηλότερο από τον κοινοτικό μέσο όρο (2,5%). Παρά τις σχετικώς καλές αναπτυξιακές επιδόσεις της τελευταίας δεκαετίας, το κατά κεφαλήν εισόδημα της χώρας αντιπροσωπεύει μόλις το 69% του αντίστοιχου της Ε.Ε., ενώ η σημειωθείσα πρόοδος στην αντιμετώπιση της ανεργίας είναι ανεπαρκής, με αποτέλεσμα η χώρα μας να εξακολουθεί να είναι μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. με την υψηλότερη ανεργία.

Η αγορά εργασίας

Είναι αλήθεια ότι η αγορά εργασίας δέχθηκε την τελευταία δεκαετία ισχυρούς κλυδωνισμούς, που η ελληνική οικονομία με δυσκολία κατάφερε να απορροφήσει. Συγκεκριμένα, η κατάσταση επιβαρύνθηκε από εξελίξεις, όπως η επιτάχυνση της πτωτικής πορείας της απασχόλησης στον αγροτικό τομέα και η αναδιάρθρωση των βιομηχανικών επιχειρήσεων, που δεν επέτρεψαν σημαντική αύξηση της απασχόλησης. Από την άλλη πλευρά, ο ρυθμός αύξησης του εργατικού δυναμικού ενισχύθηκε από την αύξηση του ποσοστού συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας και την είσοδο μεγάλου αριθμού οικονομικών μεταναστών. Ετσι, η ανεργία κατέστη το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα. Το κοινωνικό κόστος της ανεργίας αυξάνεται από το γεγονός ότι έχει προσλάβει διαρθρωτικό χαρακτήρα, με κύριο χαρακτηριστικό τη συνεχή αύξηση των μακροχρόνιων ανέργων (περίπου 50%) και την αντίστοιχη αύξηση που αφορά κυρίως νέους (αποφοίτους Λυκείου, ΤΕΙ, ΑΕΙ) και γυναίκες.

Για την αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος της ανεργίας, η επιτάχυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης αποτελεί αναγκαία, αλλά ουχί επαρκή συνθήκη. Συμπληρωματικά επιβάλλεται, η συνεχής βελτίωση του εκπαιδευτικού προϊόντος και η προσαρμογή του στις ανάγκες της παραγωγής και της κοινωνίας.

Μικροοικονομική πολιτική

Η επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης μπορεί να επιτευχθεί με ένα αποτελεσματικό συνδυασμό μακροοικονομικής και διαρθρωτικής (μικροοικονομικής) πολιτικής, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις συνεχούς αυξήσεως της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας υπό συνθήκες οικονομικής και νομισματικής σταθερότητας.

Οι μακροοικονομικές πολιτικές πρέπει να έχουν ως στόχο την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας και τον αποτελεσματικό έλεγχο των πληθωριστικών πιέσεων στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Εξ άλλου, οι διαρθρωτικές μεταβολές πρέπει να έχουν ως άξονα την απελευθέρωση των αγορών και τις αποκρατικοποιήσεις, ώστε να συμβάλουν σημαντικά στην αύξηση της παραγωγικότητας και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, καθώς και στην προστασία του καταναλωτή και της καταπολέμησης της σπατάλης και της διαφθοράς.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε και μία ακόμη δομική ανισορροπία που θα κληρονομήσει η επόμενη κυβέρνηση της χώρας που θα προκύψει από τις εκλογές της 7ης Μαρτίου. Βασικός παράγοντας τροφοδότησης της οικονομικής δραστηριότητας ήταν τα τελευταία χρόνια η εσωτερική ζήτηση -ιδίως η ιδιωτική κατανάλωση και λιγότερο οι επενδύσεις- ενώ αρνητική ήταν η συμβολή του εξωτερικού τομέα. Η αρνητική εξέλιξη του ισοζυγίου πληρωμών αποτελεί πλέον την κύρια τροχοπέδη στην αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας. Κύρια δομικά χαρακτηριστικά του ισοζυγίου πληρωμών είναι, πρώτον, η τεράστια άνοδος των καθαρών εισροών για επενδύσεις χαρτοφυλακίου, δηλαδή κεφάλαια που τοποθετούνται σε κρατικά ομόλογα και άλλους τίτλους, και δεύτερον, η ανυπαρξία άμεσων ξένων επενδύσεων. Η σημασία των τελευταίων είναι ιδιαίτερα σημαντική για την πραγματική σύγκλιση, αφού αυξάνουν την παραγωγή, την απασχόληση ανειδίκευτου και εξειδικευμένου προσωπικού και υποστηρίζουν την εισαγωγή σύγχρονης τεχνολογίας που ενσωματώνεται στο επενδυμένο κεφάλαιο.

Παρεμβάσεις

Στο νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον η άσκηση εθνικής νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής έχει εκχωρηθεί στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η δε δημοσιονομική πολιτική περιορίζεται σημαντικά από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Για την επόμενη κυβέρνηση, η οικονομική πολιτική πρέπει να επικεντρωθεί κυρίως σε παρεμβάσεις στον μικροοικονομικό (διαρθρωτικό) τομέα της οικονομίας, με ταυτόχρονη διαφύλαξη της νομισματικής σταθερότητας και δημοσιονομικής ισορροπίας. Το ενδιαφέρον της οικονομικής πολιτικής πρέπει να επικεντρωθεί σε μικροοικονομικές παρεμβάσεις που βελτιώνουν τη διάρθρωση, το θεσμικό πλαίσιο και σε τελική ανάλυση τα κίνητρα των οικονομούντων ατόμων. Για παράδειγμα, η προσέλκυση νέων επενδύσεων απαιτεί τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και της τεχνολογικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, τον περιορισμό της γραφειοκρατίας, καθώς και την εξάλειψη της αβεβαιότητας σχετικά με τη φορολογική μεταχείριση των μελλοντικών αποδόσεων και τη διαφάνεια στις συνθήκες ανταγωνισμού και στις αναθέσεις έργων. Μία σειρά μικροοικονομικών παρεμβάσεων πρέπει επίσης να κατευθυνθούν στην αναβάθμιση της επιχειρηματικότητας ως κίνητρο για επιτυχία, ζωτικό χώρο για δράση και κοινωνική νοοτροπία. Οι καινοτομίες και οι τεχνολογικές αλλαγές αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για την οικονομική ανάπτυξη κάθε χώρας. Η ανάπτυξη της καινοτομίας συνδέεται, μεταξύ άλλων, με το επίπεδο του εκπαιδευτικού συστήματος και την ανάπτυξη των υποδομών.

Στο νέο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από την ευρεία διασπορά της γνώσης γύρω από τις εφαρμογές των τεχνολογιών της πληροφορικής, έχουν πολλαπλασιαστεί οι ευκαιρίες για την έναρξη εργασιών νέων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων από νέους ανθρώπους με καινοτόμες ιδέες. Είναι λοιπόν μία ακόμη πρόκληση η ανάπτυξη ενός θεσμικού πλαισίου που θα διευκολύνει τη μείωση των εξόδων και διοικητικών βαρών για την εκκίνηση μιας επιχείρησης και την αύξηση των δυνατοτήτων πρόσβασης σε χρηματοδοτικούς πόρους.

Απαιτείται επίσης σειρά παρεμβάσεων στον δημόσιο τομέα, καθώς και στις κατευθύνσεις της δημοσιονομικής σταθερότητας. Η εξυγίανση του δημόσιου τομέα αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για να απελευθερωθούν οι αναπτυξιακές δυνάμεις της χώρας και να τηρηθούν οι υποχρεώσεις της έναντι του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Πρέπει να προετοιμαστεί η χώρα για τις αναμενόμενες πιέσεις στην πλευρά των δαπανών που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού.

Ο αποτελεσματικός έλεγχος των δημοσίων δαπανών απαιτεί την υιοθέτηση ενός προγράμματος που θα στηριχθεί στη διαφάνεια, ώστε να εξασφαλίζεται η δημοσιονομική πειθαρχία, στη μικρότερη και ευέλικτη δημόσια διοίκηση και στη διάλυση των υφιστάμενων γραφειοκρατικών μηχανισμών. Η πολιτική αυτή έχει αποδειχθεί διεθνώς ότι είναι τόσο αναπτυξιακή, όσο και αντιπληθωριστική.

Είναι ευτύχημα ότι πολλές από τις ανωτέρω κατευθύνσεις περιλαμβάνονται στο δημοσιευθέν Οικονομικό Πρόγραμμα της Ν.Δ. και ελπίζω ότι ανάλογες προτάσεις θα περιληφθούν στα προγράμματα και των άλλων κομμάτων της χώρας.

(1) Ο κ. Γεώργιος Δημόπουλος είναι καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.