ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ολυμπιακοί Αγώνες: οι αναπτυξιακές ευκαιρίες που χάθηκαν

Την τελευταία δεκαετία έχουμε γίνει μάρτυρες μιας προδιάθεσης των πολιτικών μας να ενδίδουν στον πειρασμό αντιμετώπισης του οικονομικού προβλήματος της χώρας σε βραχυχρόνια βάση και πολλές φορές, με ανορθολογικά κριτήρια. Σαν συνέπεια έχουμε μεγάλο έλλειμμα σε ρεαλιστικά οράματα στρατηγικής οικονομικής ανάπτυξης και σωστού προσανατολισμού της οικονομικής δραστηριότητας χωρίς στρεβλώσεις.

Ο πέλεκυς της κριτικής εν προκειμένω πέφτει βαρύς στις κεντρικές αρχές άσκησης οικονομικής πολιτικής. Και τούτο γιατί σε ό,τι αφορά τις στρεβλώσεις, από το 1993 και μετά εξέλιπε η δικαιολογία της «αναποτελεσματικής ελληνικής αγοράς». Ως μέλος της Ενιαίας Αγοράς μάς δόθηκε η δυνατότητα για τον εξορθολογισμό της διαδικασίας οικονομικής ανάπτυξης της οικονομίας μας, μέσα στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Η χώρα μας αναμενόταν να είχε βάλει τέλος στην μπαλωματική πολιτική της επιδίωξης βραχυχρόνιων ωφελειών σε βάρος των μακροχρόνιων στόχων της χώρας.

Οικονομική ανάπτυξη

Σε ό,τι αφορά τη στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης, το ζητούμενο για τη χώρα μας στη δεκαετία του 1990 ήταν να φανεί αντάξια των περιστάσεων με την επιλογή σωστών αναπτυξιακών στόχων όπως αυτοί καθορίζονται από τη δυναμική των συγκριτικών πλεονεκτημάτων μας. Καθοριστικής σημασίας σε μια τέτοια πολυμέτωπη και επιθετική οικονομική πολιτική είναι η ορθολογική επιλογή των προτεραιοτήτων και η έμφαση στην προώθηση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων – κλειδιών.

Στο πλαίσιο αυτό αναφοράς, χάθηκαν πολλές ευκαιρίες στην τελευταία δεκαετία για τη μεθόδευση μιας εξελικτικής διαδικασίας η οποία σταδιακά θα απελευθέρωνε την οικονομία από το φαυλοκυκλικό σύνδρομο: χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, ανεπάρκεια εξαγωγών, μικρή εισροή ξένων επενδύσεων. Μαζί με τις θεσμικές ανεπάρκειες και τις υστερήσεις στις «διαρθρωτικές αλλαγές», τα παραπάνω συνθέτουν ένα γκρίζο σκηνικό προοπτικών για μια γοργή οικονομική ανάπτυξη που να μη στηρίζεται στα δεκανίκια των ευρωπαϊκών χρηματικών εισροών.

Ετσι, φτάσαμε στο 2000 με την Ολυμπιάδα του 2004 να δίνει τη δυνατότητα στη χώρα μας να «σπάσει» αυτόν τον φαύλο κύκλο χαμηλών επιδόσεων. Είναι λυπηρό ότι το 2004 δεν το είδε η κυβέρνηση ως ένα εν δυνάμει αναπτυξιακό σταθμό στην οικονομική μας ιστορία. Ξεκινώντας από το δεδομένο ότι το «ατού» της ελληνικής οικονομίας για άμεση αλλά και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη είναι ο τουρισμός, η Ολυμπιάδα παρουσιάστηκε ως χρυσή ευκαιρία στη χώρα μας να αξιοποιήσει επιτέλους τον τομέα αυτόν.

Δυστυχώς, αυτήν τη μοναδική ευκαιρία την κλώτσησαν κυριολεκτικά οι υπεύθυνοι της αναπτυξιακής πολιτικής. Και τούτο γιατί δεν πείστηκαν για το διπλό ρόλο του 2004 ως μοναδικό αθλητικό γεγονός, αλλά και ως αναπτυξιακό εφαλτήριο για την οικονομία μας και δεν επεδίωξαν παράλληλα την πραγμάτωση των δύο στόχων με επενδύσεις τόσο στον αθλητικό όσο και τον αναπτυξιακό τομέα. Στο τυχόν επιχείρημα ότι το κόστος μιας τέτοιας προσπάθειας θα ήταν δυσβάσταχτο, η απάντηση είναι μάλλον εύκολη αν το θέμα τεθεί σε διαχρονική βάση πενταετούς τουλάχιστον προγράμματος οικονομικής ανάπτυξης. Με το σκεπτικό ότι «μία χώρα δεν κάνει τους Ολυμπιακούς Αγώνες κάθε τόσο», έχουμε έξτρα βαθμούς ελευθερίας για σχετικές αποκλίσεις σε ετήσια βάση, στο μέτρο που διαχρονικά η αναπτυξιακή πολιτική, συνολικά, δεν παραβιάζει τις βασικές αρχές του Συμφώνου Σταθερότητας.

Τουριστική προοπτική

Ας κάνουμε μια αφαίρεση χρόνου προς στιγμήν και ας δούμε τη δυνατότητα να παρουσίαζε η Ελλάδα μέσω ολυμπιακών έργων αλλά και άλλων επενδύσεων ιδιαίτερα στους τόπους προορισμού τουριστών μια εντυπωσιακή εικόνα στα εκατομμύρια των επισκεπτών της. Αυτών δηλαδή οι οποίοι στη συνέχεια θα μπορούσαν να μας κάνουν σε όλο τον κόσμο διαφήμιση με μηδενικό κόστος. Αυτό θα άνοιγε μια νέα εποχή για την τουριστική ανάπτυξη του τόπου μας. Με σωστές αναπτυξιακές διαστάσεις, η Ολυμπιάδα μπορούσε να αποτελέσει το εφαλτήριο για οικονομική ανάπτυξη.

Και πάλι, είναι ατυχές το ότι επεκράτησε η μονομέρεια αποκλειστικής προσήλωσης στο αγωνιστικό μέρος της Ολυμπιάδας με συγκεντρωτικό «αθηνοκεντρικό» χαρακτήρα. Δυστυχώς, οι υπερβολές τύπου «Καλατράβα» είναι πολλές και το αναπτυξιακό τους εναλλακτικό κόστος τεράστιο.

Δεν θα κάνω λεπτομερή αναφορά στους τόπους προορισμού των τουριστών στην Ελλάδα εκτός Αθηνών που ξεχάστηκαν (όλοι σχεδόν εκτός της Ολυμπίας) από τις αναπτυξιακές αρχές. Αρκεί να αναφέρω το παράδειγμα των Δελφών όπου αναμένεται μαζική συρροή τουριστών τον Αύγουστο και όπου όμως δεν υπάρχει ούτε καν διαμορφωμένος χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων!

Χωρίς διάθεση κινδυνολογίας, υπό τις παρούσες συνθήκες, η χαμένη μεγάλη αναπτυξιακή ευκαιρία θα έχει ένα τεράστιο κόστος, για την προσπάθεια σύγκλισης, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι η ροή των ξένων επενδύσεων στη χώρα μας (που είναι ο μόνος άλλος αναπτυξιακός παράγοντας που θα μπορούσε να σπάσει τον φαύλο κύκλο της μιζέριας της οικονομίας μας) είναι σχεδόν ανύπαρκτη! Σύμφωνα με σχετικό Δείκτη Εισροών Ξένων Επενδύσεων των Ηνωμένων Εθνών*, από 138 χώρες η ελληνική οικονομία είχε την 45η θέση για την τριετία 1988 – 1990 και κατρακύλησε στην 125η για την τριετία 1998 – 2000. Και βέβαια, τα πράγματα έκτοτε έχουν χειροτερέψει!

Τελειώνοντας, θέλω να αναφέρω ότι έχω κάθε λόγο η γραφίδα μου να εκπέμπει απογοήτευση δεδομένου ότι, στο παρελθόν, η παραπάνω θέση είχε γίνει αντικείμενο συζήτησης τόσο από τον γράφοντα όσο και από άλλους συναδέλφους επανειλημμένα. Είναι δε ενδιαφέρον ότι είχε υιοθετηθεί από πολλούς πολιτικούς παράγοντες. Σήμερα, έξι μήνες πριν από την Ολυμπιάδα το μόνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι η μεγάλη αναπτυξιακή αυτή ευκαιρία χάθηκε και η επαρχία δίκαια διαμαρτύρεται.

-United Nations, World Investment Report, 2000

(1) Ο κ. Ε. Πουρναράκης είναι καθηγητής Οικονομικών Επιστημών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.