ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενα νέο μοντέλο για την ανάπτυξη της περιφέρειας

Τα τελευταία χρόνια η επικράτηση περισσότερο φιλελεύθερων αντιλήψεων στην άσκηση περιφερειακής πολιτικής είχε ως αποτέλεσμα την καθιέρωση μιας εναλλακτικής πολιτικής, η οποία να στηρίζεται περισσότερο στην ανάπτυξη και αξιοποίηση του ανθρώπινου παράγοντα σε τοπικό επίπεδο. Μιας ανθρωποκεντρικής δηλαδή πολιτικής, ικανής να ενεργοποιήσει το ενδογενές δυναμικό της περιφέρειας και να προκαλέσει μια αυτοενισχυούμενη αναπτυξιακή διαδικασία αναδεικνύοντας και εκμεταλλευόμενη τα συγκριτικά πλεονεκτημάτων των περιοχών. Η πολιτική αυτή απέρριψε τα μεγάλης κλίμακας επενδυτικά σχέδια, που δεν συμβάλουν κατά μόνιμο τρόπο στη διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου τοπικής ανάπτυξης, και τους φορείς οι οποίοι λειτουργούσαν μόνο ως προέκταση της κεντρικής διοίκησης, πλήρως ελεγχόμενοι από την κεντρική εξουσία και με ιδιαίτερα περιορισμένες αρμοδιότητες.

Τέλος στον συγκεντρωτισμό

Ο ρόλος αυτών των φορέων συνδεόταν με το μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας, που βασικά του χαρακτηριστικά ήταν ο κρατικός συγκεντρωτισμός και η υπανάπτυξη των θεσμών. Ενα μοντέλο που σήμερα πια έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές του γιατί τα σύγχρονα προβλήματα μαζί με τις μεγάλες κοινωνικές αναδιαρθρώσεις που συντελούνται σε παγκόσμιο επίπεδο, απαιτούν ένα νέο σχέδιο για την ανάπτυξη και την οργάνωση της κοινωνίας, ένα σχέδιο με άξονα την αποκέντρωση και την ανάληψη πρωτοβουλιών σε τοπικό επίπεδο. Η οικονομική ανάπτυξη σύμφωνα με το σχέδιο αυτό θα επιτευχθεί μέσα από την αξιοποίηση του τοπικού συγκριτικού πλεονεκτήματος, το οποίο βασίζεται σε θεσμούς και πρακτικές που θα περιέχουν την αναβάθμιση της ποιότητας της παραγωγής σε τοπικό επίπεδο και την ολοκληρωμένη περιβαλλοντική διαχείριση.

Η υιοθέτηση και εφαρμογή λοιπόν μιας ολοκληρωμένης πολιτικής, η οποία να βασίζεται στην ενεργοποίηση του ενδογενούς δυναμικού στις περιοχές αυτές, δηλαδή η εφαρμογή του μοντέλου της «Τοπικής Ανάπτυξης», χαρακτηρίζεται από αυτό που έχει αποκληθεί εκ των κάτω ανάπτυξη. Αφορά μία «ανθρωποκεντρική διαδικασία» η οποία βασίζεται κυρίως στην ανάπτυξη και καλλιέργεια των δημιουργικών δυνάμεων του ανθρώπινου παράγοντα, δηλαδή στην ανάπτυξη της «επιχειρηματικότητας» όχι τόσο με την έννοια της ανάληψης κινδύνου, αλλά με την έννοια την οποία προσέδωσε στον όρο ο Αυστριακός οικονομολόγος Joseph Schumpeter, δηλαδή την καινοτομία και την αλλαγή.

Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, από μόνη της η ύπαρξη ή ανυπαρξία μεγάλης εδαφικής έκτασης ή πλουτοπαραγωγικών πόρων σε μια περιοχή δεν διασφαλίζει την ανάπτυξη αυτής. Παράδειγμα αποτελεί η υπανάπτυξη χωρών όπως η Αργεντινή ή το Περού, των οποίων οι μεγάλες εκτάσεις και οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι δεν βοήθησαν όσο έπρεπε την οικονομική τους ανάπτυξη, και η ανάπτυξη της Ιαπωνίας, της οποίας το έδαφος διαθέτει μόνο γεωθερμία ενώ εισάγει το σύνολο σχεδόν των πρώτων υλών που χρησιμοποιεί για την παραγωγή της.

Σε τρεις «πυλώνες»

Η διαδικασία της εκ των κάτω ανάπτυξης λοιπόν βασίζεται σε τρεις «πυλώνες»

1. Στην πρόκληση κοινωνικής κινητικότητας, δηλαδή ενδιαφέροντος για δημιουργία και ανάληψη πρωτοβουλιών, με την «κατασκευή» ενός περιβάλλοντος ενθαρρυντικού προς τον πολίτη, δηλαδή μιας Δημόσιας Διοίκησης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης συμπαραστάτη και καθοδηγητή. Για παράδειγμα, μπορεί να αναφερθεί ότι στη διαδικασία ίδρυσης μιας μικρομεσαίας επιχείρησης στην Ελλάδα εμπλέκονται δεκαεπτά (17!!!) φορείς. Σε πολλές χώρες της Ε.Ε. και στις ΗΠΑ οι εμπλεκόμενοι φορείς είναι μόνο… ένας! (γι’ αυτό και αποκαλείται one stop shop, δηλ. κατάστημα μιας στάσης).

2. Στη δυνατότητα μεταφοράς και παροχής κεφαλαίων μέσα από ένα ανταγωνιστικό και αποτελεσματικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο θα μπορεί να δέχεται, να ενθαρρύνει και να στηρίζει τις επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και τις δημιουργικές ιδέες των νέων κυρίως ανθρώπων, συμβάλλοντας έτσι στην πρόκληση της κινητικότητας που αναφέρθηκε παραπάνω.

3. Στη διάχυση της πληροφόρησης ώστε να ικανοποιείται το ερώτημα «τι θα κάνω τώρα» και να αίρεται το παράπονο της απομόνωσης και εγκατάλειψης, που τις περισσότερες φορές δικαιολογημένα διακατέχει τους νέους.

(1) O κ. Σπύρος Βλιάμος είναι καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου της Θεσσαλίας.