ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το Πεντάγωνο ακύρωσε συνεργασία με Boeing

Εντονη απογοήτευση προκάλεσε στη Boeing και τη United Technologies η άρνηση του αμερικανικού στρατού να συνεργαστεί μαζί τους για την κατασκευή ελικοπτέρων τύπου Cοmanche. To εν λόγω πρόγραμμα αποτιμάται σε 38 δισεκατομμύρια δολάρια (ήτοι 20 δισεκατομμύρια στερλίνες), ενώ η ακύρωσή του ουσιαστικά θεωρείται και μία από τις μεγαλύτερες ενός ήδη δρομολογημένου προγράμματος στη σύγχρονη στρατιωτική ιστορία. Σημειωτέον ότι το Πεντάγωνο έχει ήδη δαπανήσει περί τα 7 δισεκατομμύρια δολάρια σε αυτό το αναγνωριστικό ελικόπτερο και, συν τοις άλλοις, έχει θέσει κατά μέρος 15 δισεκατομμύρια δολάρια για να αγοράσει 121 ελικόπτερα της επόμενης γενιάς. O συνολικός προϋπολογισμός ανέρχεται χονδρικά στα 39 δισεκατομμύρια δολάρια.

Για την ιστορία θα πρέπει να αναφερθεί ότι το πρόγραμμα ξεκίνησε το 1983 και χαρακτηρίστηκε από καθυστερήσεις και τεχνικά κωλύματα. Πολύ χαρακτηριστικό είναι ότι αναδιαμορφώθηκε έξι φορές, εκ των οποίων η τελευταία ήταν το 2002. Επιπλέον, το κόστος εξακοντίστηκε στα ύψη. H κατασκευή ενός και μόνου ελικοπτέρου από τα 2 εκατομμύρια δολάρια έφθασε σήμερα στα 58,9 εκατομμύρια. Το όλο εγχείρημα ήταν μία κοινοπραξία στη βάση του 50/50 μεταξύ των εταιρειών Boeing και United Technologies, ενώ μέρος της εργασίας είχε ανατεθεί υπό τη μορφή υπεργολαβίας σε άλλες εταιρείες του κλάδου, όπως η Lοckheed Martin, μεταξύ άλλων.

Ο αμερικανικός στρατός θα διαθέσει όσα κονδύλια προορίζονταν για τα Cοmanche για την αγορά άλλων ελικοπτέρων και για την αναβάθμιση του ήδη υπάρχοντος στόλου. Επιπλέον, πρόκειται να γίνουν επενδύσεις και σε μία ποικιλία μη επανδρωμένων ελικοπτέρων, όπως το υφιστάμενο Hunter και το νέο μοντέλο Raven. Το Comanche είχε σχεδιαστεί ως δικινητήριο με δυο πιλότους και τεχνολογία ειδικά προσαρμοσμένη, ώστε να γίνεται λιγότερο ορατό από τα εχθρικά ραντάρ. Πάντως, η απόφαση του Πενταγώνου να ακυρώσει τη συνεργασία αποδεικνύει ότι ολοένα και περισσότεροι οι ιθύνοντες συνειδητοποιούν ότι, αν και η κυβέρνηση Μπους έχει αυξήσει τον αμυντικό προϋπολογισμό, δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα να καλυφθούν επενδύσεις, που είχαν προγραμματιστεί από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου ακόμα, οπότε δεν ανταποκρίνονται πλέον στις σύγχρονες συνθήκες.