ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μεγάλες δυνατότητες για αύξηση της απασχόλησης από τον Τουρισμό

Η κριτική που ασκείται σχετικά με την τουριστική πολιτική της χώρας μας, εντοπίζεται κυρίως στην έλλειψη επαρκούς και μακροπρόθεσμου προγραμματισμού, ενταγμένου σε μια γενικότερη στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και της περιφέρειας ειδικότερα. Η οικονομική και ισόρροπη ανάπτυξη της περιφέρειας και των μεγάλων αστικών κέντρων, αποτελεί εθνική ανάγκη και θα επιτρέψει τη συγκράτηση του πληθυσμού και στη μέγιστη δυνατή αύξηση της απασχόλησης. Ο Τουρισμός είναι ίσως ο παραγωγικός τομέας που κατ’ εξοχήν μπορεί να συμβάλει στην ικανοποίηση της ανάγκης αυτής!

Από την εμπειρία και τα αποτελέσματα του τουριστικού τομέα (ποιότητα υπηρεσιών, ανταγωνιστικότητα, επιδόσεις στην προσέλκυση διεθνούς πελατείας) προκύπτει σαφέστατα ότι η κριτική που ασκείται είναι αντικειμενική και ορθώς εστιάζεται στη σοβαρή έλλειψη συγκεκριμένης στρατηγικής, αλλά και στις «άτακτες» πολιτικές που προγραμματίστηκαν, νομοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν κατά την τελευταία εικοσαετία.

Σε πολλούς από αυτούς που εμπλέκονται επαγγελματικά και επιστημονικά με τον Τουρισμό της χώρας, παραμένει ένα μεγάλο ερώτημα – διαπίστωση: μήπως τελικά οι επιχορηγήσεις -και τα διάφορα άλλα «ευεργετικά» μέτρα- αντί να προσελκύσουν τις κατάλληλες σε ποιότητα και όγκο επενδύσεις, κατέληξαν να διατηρήσουν σε λειτουργία μη υγιείς επιχειρήσεις, εκτοπίζοντας εν μέρει από την αγορά τις υγιείς;

Το ερώτημα έχει, κατά τη γνώμη μας, ήδη απαντηθεί επαρκώς και η διαπίστωση είναι ότι η εκάστοτε θέσπιση αναπτυξιακών κινήτρων ενδυνάμωνε την κρατική γραφειοκρατία και αποθάρρυνε τις άμεσες επενδύσεις με αποτέλεσμα τη σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας και της ανταγωνιστικότητας του τουριστικού προϊόντος. Αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας ήταν ότι η θεσμοθέτηση και ο τρόπος εφαρμογής των αναπτυξιακών κινήτρων δημιούργησε παράλληλα μια σειρά αντικινήτρων τα οποία, σε μεγάλο βαθμό, εξουδετέρωσαν τα θεσπισθέντα κίνητρα.

Ορισμένα από τα αντικίνητρα είναι γνωστά και ως:

– Χρονοβόρος και δαπανηρή διαδικασία υπαγωγής των επενδυτικών σχεδίων στις ευεργετικές διατάξεις των αναπτυξιακών νόμων.

– Ελλειψη σταθερότητας στο θεσμικό πλαίσιο.

– Περιορισμένη πληρότητα, σε ετήσια βάση, της υπάρχουσας ξενοδοχειακής υποδομής.

– Αυξημένος ανταγωνισμός (που περιορίζει τις προοπτικές μελλοντικής ανάκαμψης).

– Ελλειψη της αναγκαίας οικονομικής επιφάνειας των μικρομεσαίων τουριστικών επιχειρήσεων και δυσχέρεια χρηματοδότησης της ιδίας συμμετοχής τους στις επενδυτικές δαπάνες.

– Αδυναμία ικανοποίησης των κριτηρίων βιωσιμότητας εκ μέρους των μικρομεσαίων μονάδων, λόγω της ιδιορρυθμίας του τρόπου λειτουργίας τους.

– Ανεπάρκεια του ύψους της επιδότησης (25% της επενδυτικής δαπάνης) για εκσυγχρονισμό και συντήρηση των μικρομεσαίων τουριστικών και ξενοδοχειακών μονάδων.

– Ανεπαρκής υποδομή της χώρας, με αποτέλεσμα αυτή να λειτουργεί, ουσιαστικώς, ως επενδυτικό αντικίνητρο.

Προφανώς από τα παραπάνω αντικίνητρα επηρεάστηκαν τόσο οι εγχώριες όσο και οι ξένες επενδύσεις στον τουριστικό τομέα. Η εισροή των τελευταίων στη χώρα μας περιορίστηκαν, όπως είναι γνωστό, σημαντικά και σε βαθμό δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με άλλες χώρες (ακόμα και χωρών σε σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης).

Τα προγράμματα τουριστικής πολιτικής για την ανάπτυξη και την απασχόληση, όπως και οι ρυθμίσεις που περιελήφθησαν στους ειδικούς νόμους για την Απασχόληση, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τη βαρύτητα, τη σημαντικότητα αλλά και τις ιδιαιτερότητες της τουριστικής απασχόλησης. Η έλλειψη επαρκούς και συγκεκριμένης πολιτικής δημιουργεί προβλήματα στις επιχειρήσεις και στους εργαζόμενους στον Τουρισμό. Σε κάθε εξαγγελία νέας τουριστικής πολιτικής ή γενικότερης πολιτικής για την απασχόληση, δημιουργούνται και νέες προσδοκίες και ελπίδες ότι κάτι επιτέλους αλλάζει και ότι σύντομα ο κλάδος θα γνωρίσει μια ώριμη και ευέλικτη πολιτική προσαρμοσμένη στις ανάγκες των τουριστικών επιχειρήσεων, των εργαζομένων και των ανέργων. Ελπίδες βέβαια που μόνιμα διαψεύδονται!

Οι παραπάνω διαπιστώσεις παρουσιάζονται αναλυτικότερα σε μελέτη μας με τίτλο: «Ο Ρόλος του Τουρισμού στις Πολιτικές Προώθησης της Απασχόλησης και Καταπολέμησης της Ανεργίας» που εκπονήθηκε για λογαριασμό του ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (Μάρτιος 2003). Στην πιο πάνω μελέτη, ταυτόχρονα με εις βάθος διερεύνηση των χαρακτηριστικών και των επιδόσεων του τομέα, παρουσιάζονται και συγκεκριμένες προτάσεις Στρατηγικής για τον Τουρισμό και την Απασχόληση καθώς και προτάσεις ενισχύσεων και κινήτρων που πρέπει να εφαρμοστούν, ώστε ο τουριστικός τομέας να καταστεί φορέας Οικονομικής Ανάπτυξης και Απασχόλησης. Ωστε, με άλλα λόγια, να του «επιτραπεί» να εκδηλώσει τις πραγματικές του δυνατότητες, που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό σε αδράνεια!

Σύμφωνα με τις προτάσεις αυτές -οι οποίες σε μεγάλο βαθμό συμπίπτουν με τους άξονες πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας που ανακοίνωσε πρόσφατα το κυβερνητικό της πρόγραμμα για τον Τουρισμό και την Απασχόληση- για να καταστεί εφικτή και ουσιαστική η ευεργετική δράση των οικονομικών κινήτρων (επιχορηγήσεων, φορολογικών απαλλαγών κ.λπ.), είναι αναγκαία η άρση των αιτίων (αντικινήτρων) που αποθαρρύνουν την επενδυτική δραστηριότητα στον τουριστικό τομέα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα σε δύο επίπεδα: σε γενικό και σε ειδικό.

Το γενικό επίπεδο αναφέρεται στην τουριστική υποδομή της χώρας και αφορά τη βελτίωση των υποδομών (θεσμικών και τεχνικών), τον εκσυγχρονισμό και την περαιτέρω ανάπτυξή τους.

Αμεσα μέτρα

Προς τούτο απαιτούνται άμεσα μέτρα όπως:

– Η αναδιάρθρωση της διοίκησης του Τουρισμού, δεδομένου ότι είναι πλέον αντιληπτό ότι ο τουρισμός χρειάζεται ανεξάρτητο και ισχυρό υπουργείο.

– Η υλοποίηση της απόφασης για την περιφερειακή αποκέντρωση των υπηρεσιών του ΕΟΤ, η οποία ελπίζεται ότι θα συμβάλει στην επίλυση πολλών από τα χρόνια προβλήματα της περιφέρειας.

– Η αναδιάρθρωση του Εθνικού Συμβουλίου Τουρισμού (ΕΣΤ) και η δημιουργία ενός ολιγομελούς και ευέλικτου οργάνου, το οποίο θα εκπληρώνει τον στρατηγικό και συμβουλευτικό ρόλο του.

– Η ουσιαστική αύξηση της διαφημιστικής δαπάνης, με έγκαιρη έναρξη της διαφημιστικής εκστρατείας.

– Η σταθεροποίηση του θεσμικού πλαισίου για τον Τουρισμό.

– Η ολοκλήρωση και περαιτέρω ανάπτυξη των έργων υποδομής (εθνικοί οδικοί άξονες, λιμένες νησιών, αεροδρόμια τουριστικών προορισμών κ.λπ.).

Οσον αφορά το ειδικό επίπεδο, αυτό αναφέρεται σε συγκεκριμένα μέτρα που μπορούν να ληφθούν άμεσα, αναφορικά με τον νόμο 2601/98 και την ενίσχυση της απορροφητικότητας των κονδυλίων του Γ΄ ΚΠΣ, σε προγράμματα που αφορούν και στον Τουρισμό. Αναφέρονται ενδεικτικά μέτρα, όπως:

– Υπαγωγή στο νόμο των επενδύσεων εκσυγχρονισμού των ξενοδοχειακών μονάδων μετά την πρώτη τετραετία από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της αρχικής επένδυσης.

– Θεσμοθέτηση ίσης μεταχείρισης στα ποσοστά ενισχύσεως των τουριστικών και ιδιαίτερα των ξενοδοχειακών επενδύσεων, έναντι των ενισχύσεων που παρέχονται στη μεταποίηση.

– Κατάργηση του ανώτατου ορίου (των 15.000.000 δραχμών ή 45.000 ευρώ) επιχορήγησης κάθε νέας μόνιμης θέσης απασχόλησης.

– Αποκέντρωση των φορέων υποβολής αιτήσεων τουριστικών επενδύσεων (οι αιτήσεις εκτός των περιπτώσεων ιδιαίτερα υψηλού προϋπολογισμού, να υποβάλλονται στις Υπηρεσίες Ιδιωτικών Επενδύσεων των Περιφερειών).

– Εγκαιρη και βάσει χρονοδιαγράμματος εκταμίευση των επιχορηγήσεων.

-Υπαγωγή των κλάδων αερομεταφορών και ενοικίασης αυτοκινήτων, στο ν.2601/98, διότι περιλαμβάνουν επιχειρήσεις που συμβάλλουν σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη, στην απασχόληση και στον τουρισμό της χώρας, κ.λπ.

Παράλληλα, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για την αναβάθμιση και βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών. Ειδικότερα στον τουριστικό τομέα θα πρέπει άμεσα και επιτακτικά οι τουριστικές επιχειρήσεις όχι μόνο να εκσυγχρονισθούν σε επίπεδο εγκαταστάσεων, αλλά και σε εύρος υπηρεσιών, ώστε να προσφέρουν ένα διεθνώς ανταγωνιστικό προϊόν, ευρέος εποχικού φάσματος, προσαρμοσμένο μεν στις τάσεις που εκφράζει η διεθνής τουριστική πελατεία, αλλά που θα διεκδικεί ταυτόχρονα το «συγκριτικό πλεονέκτημα» της μοναδικότητας της ελληνικής τουριστικής υποδομής (φυσικής, ιστορικής και σύγχρονης).

Εχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, είναι πλέον απαραίτητο να προχωρήσει η χώρα σε μια νέα αναπτυξιακή προσέγγιση με νέους στόχους και στρατηγική για τον ελληνικό τουρισμό, για την προ-και μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες περίοδο με ορόσημο τουλάχιστον το 2010. Κύριο χαρακτηριστικό της στρατηγικής αυτής θα πρέπει να είναι η βελτίωση της ποιότητας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του τουριστικού προϊόντος.

Ο ελληνικός τουρισμός, ως κινητήριος μοχλός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, οφείλει να μεγιστοποιήσει τις ωφέλειες της μετά Ολυμπιακών Αγώνων εποχής, με τη μεγιστοποίηση των εσόδων και με την αύξηση της απασχόλησης, εντός βέβαια ενός πλαισίου προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Είναι εν προκειμένω απολύτως χαρακτηριστικό το ότι οι εκτιμήσεις που έγιναν στο πλαίσιο της μελέτης μας που προαναφέρθηκε, καταλήγουν ότι, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, η τουριστική ανάπτυξη για την περίοδο 2002 – 2010 μπορεί να επιτρέψει απορρόφηση μέχρι και του 30% της ανεργίας στην ελληνική οικονομία. Η ιδιαίτερα σημαντική δυνατότητα του τομέα να συμβάλει στην προσπάθεια καταπολέμησης της ανεργίας, βασίζεται, μεταξύ άλλων, και στις ιδιαιτερότητες του ανθρώπινου δυναμικού που ο τομέας είναι σε θέση να απασχολήσει (ευρύ φάσμα ειδικοτήτων και επιπέδων εξειδίκευσης).

Η νέα πολιτική τουριστικών επενδύσεων θα χαρακτηρίζεται για την ποιοτική της διαφορά σε σχέση με το παρελθόν.

Πρέπει άμεσα, από τη νέα κυβέρνηση που θα προκύψει στις αρχές Μαρτίου, να προγραμματισθεί και να υλοποιηθεί:

– H βελτίωση του τουριστικού επιχειρηματικού κλίματος, μέσω απλούστευσης των διαδικασιών του Αναπτυξιακού Νόμου και εισαγωγής νέων κινήτρων.

– H εντατικοποίηση της προσπάθειας για προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

– O δραστικός και διαρκής εκσυγχρονισμός όλων των τουριστικών εγκαταστάσεων.

– H ένταση της διεθνούς προβολής του ελληνικού τουρισμού.

Εκπαίδευση και κατάρτιση

Τέλος, η εκπαίδευση και κατάρτιση των εργαζομένων στον τουρισμό πρέπει να αποτελέσει στόχο εθνικής πολιτικής! Για την υλοποίηση του στόχου αυτού προτείνεται η ίδρυση Εθνικού Συμβουλίου Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΕΣΤΕΚ). Ο ρόλος του θα είναι συμβουλευτικός και γνωμοδοτικός με στόχο να φέρει κοντά όλους τους ενδιαφερομένους: τις κρατικές υπηρεσίες που ασχολούνται με τον τουρισμό, την εργασία, τις Επαγγελματικές Ενώσεις, τα Εργατικά Συνδικάτα, τα ΑΕΙ και ΤΕΙ που υλοποιούν εκπαιδευτικά προγράμματα τουρισμού και τις Σχολές Τουριστικών Επαγγελμάτων.