ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επειτα από πολλά χρόνια τα ενοίκια υποχωρούν

Μπορεί οι τιμές πώλησης των νεόδμητων κατοικιών να κινούνται ανοδικά το τελευταίο διαστημα, καταγράφοντας αύξηση που σε μερικές περιπτώσεις φθάνει και το 15%, αλλά η αγορά των ενοικίων ακολουθεί εντελώς διαφορετική πορεία και διανύει περίοδο κάμψης, γεγονός που δίχως αμφιβολία ικανοποιεί τους ενοικιαστές που έπειτα από πολλά χρόνια βρίσκονται σε θέση ισχύοντος διαθέτοντας πληθώρα επιλογών. H κάμψη βέβαια δεν αγγίζει το σύνολο της αγοράς, με τα μικρά διαμερίσματα κυρίως στο κέντρο της Αθήνας, όπου και εμφανίζεται η μεγαλύτερη προσφορά, να αποδεικνύονται διαχρονικές αξίες εμφανίζοντας ισχυρές αντιστάσεις στις πιέσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η τιμή των ενοικίων στην Κυψέλη κινείται μεταξύ των 6 και 8 ευρώ ανά τ.μ. ενώ στη Βούλα ή την Κηφισιά μεταξύ 8 και 9 ευρώ/τ.μ. Σε σχέση με τις τιμές πώλησης η διαφορά είναι τεράστια και υπό μία έννοια -σε σύγκριση με το τι προσφέρει η κάθε περιοχή- τα ενοίκια στην Κυψέλη είναι ακριβότερα. Βασική αιτία αυτής της παράδοξης διαφοροποίησης είναι οι μικρές κατοικίες, καθώς δύσκολά συναντά κανείς στην Κυψέλη ενοίκιο 800 ευρώ για κατοικία 100 τ.μ., δικαιώνοντας όσους χαρακτηρίζουν την αγορά ενοικίων ως «αγορά δύο ταχυτήτων». Αν λοιπόν οι ιδιοκτήτες μικρών διαμερισμάτων δεν έχουν ιδιαίτερους λόγους να ανησυχούν, δεν συμβαίνει το ίδιο και με αυτούς των μεγαλυτέρων, και για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι άνω των 120 τ.μ. Για τη συγκεκριμένη κατηγορία η υποχώρηση των μισθωμάτων το τελευταίο δωδεκάμηνο είναι σημαντική και κατά μέσο όρο αγγίζει το 7% με 10%, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις φθάνει έως και το 20%. Πέραν του υψηλού κόστους ενοικίασης ενός τέτοιου διαμερίσματος -η προσφορά των οποίων σε ακριβές κυρίως περιοχές είναι άφθονη- η βασική αιτία για τον περιορισμό της ζήτησης είναι η μεγάλη αύξηση στις χορηγήσεις στεγαστικών δανείων. «Σε πολλές περιπτώσεις το ενοίκιο μιας μεγάλης κατοικίας ισούται με τη δόση του στεγαστικού δανείου μιας μικρότερης, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος της ζήτησης να καταφεύγει στην αγορά», αναφέρει ο μεσίτης κ. Αθανάσιος Ρίστας, επικεφαλής του γραφείου «Ακίνητο». «Παράλληλα, ο μέσος ιδιοκτήτης δείχνει να μην αντιλαμβάνεται πλήρως την πραγματικότητα και επιμένει να ζητάει το μίσθωμα που εξασφάλιζε πριν από δύο ή τρία χρόνια. H πολιτική αυτή αυξάνει αισθητά το διάστημα που το ακίνητο παραμένει ανοίκιαστο, κάτι που επιφέρει μεγαλύτερη ζημία στον ιδιοκτήτη που θα μπορούσε να το διαθέσει ταχύτερα με χαμηλότερο μίσθωμα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η προς ενοικίαση κατοικία αποτελεί και αυτή ένα «προϊόν» η τιμή του οποίου εξαρτάται από τη σχέση προσφοράς και ζήτησης», καταλήγει ο κ. Ρίστας.

Υψηλή ζήτηση στο κέντρο

Οι περιοχές που αποτελούν τα «δυνατά χαρτιά» στην αγορά των ενοικιών και εμφανίζουν χαμηλή… «διαθεσιμότητα» είναι κυρίως περιοχές του κέντρου με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα, καλή πρόσβαση λόγω μετρό και ΗΣΑΠ και μεγάλο απόθεμα παλαιότερων και μικρότερων κατοικιών που συνήθως προορίζονται για μίσθωση. Οι Αμπελόκηποι, η Καλλιθέα, του Ζωγράφου, τα Πατήσια, το Παγκράτι, η Κυψέλη ή ακόμα και τα Ιλίσσια βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της ζήτησης, καθώς δείχνουν να εξυπηρετούν άριστα τις κοινωνικές ομάδες που στρέφονται στην ενοικίαση (φοιτητές, νεαρά ζευγάρια ή μετανάστες). Από την άλλη πλευρά, οι οικογένειες, που αποτελούν την κινητήρια δύναμη των μισθώσεων για κατοικία έως 100 τ.μ. στρέφονται πλέον σε μεγάλο ποσοστό στην επιλογή της αγοράς μέσω ενός στεγαστικού δανείου, έστω και σε περιοχή «χειρότερη» από αυτή που θεωρητικά θα μπορούσαν να ενοικιάσουν κατοικία με τα χρήματα της μηνιαίας δόσης του δανείου.