ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δεν στέρεψε ο Πρίνος, αλλά το ενδιαφέρον των κυβερνήσεων για την πετρελαϊκή έρευνα

Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι τα ελληνικά κοιτάσματα είναι δύσκολα έως προβληματικά, αφού μέχρι στιγμής δεν έχει ανακαλυφθεί κάποιο τεράστιο κοίτασμα, ενώ απεναντίας υπάρχουν διεσπαρμένα αρκετά, μικρού σχετικά μεγέθους κοιτάσματα, σε μεγάλο βάθος και σε δύσκολους σχηματισμούς (με πτωχές υδραυλικές ιδιότητες). Ομως με το βαρέλι στα 65 – 70 δολάρια και με προοπτική για σημαντική μείωση των διεθνών τιμών μάλλον ισχνή για τα αμέσως επόμενα χρόνια, τα κοιτάσματα αυτά αποκτούν πλέον άμεσο οικονομικό ενδιαφέρον και η παραγωγή έστω μερικών χιλιάδων βαρελιών από κάθε κοίτασμα μπορεί να αποφέρει κέρδη για τις εταιρείες και όχι ευκαταφρόνητα έσοδα για το κράτος.

Διακοπή ερευνών

Δυστυχώς μέχρι σήμερα η αντιμετώπιση του τομέα έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων από την πολιτεία μόνο ως αποσπασματική μπορεί να χαρακτηρισθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ελάχιστες περιόδους όπου υπήρξε συνεχής και επαγγελματική αντιμετώπιση υπήρξαν επιτυχίες (π.χ. 1969-72 Πρίνο και Νότια Καβάλα, 1978-1982 Κατάκολο, 1994-95 Επανομή). Δυστυχώς, οι περίοδοι που ακολούθησαν χαρακτηρίστηκαν από μεγάλα χρονικά διαστήματα πλήρους αδράνειας. «Αξιο αναφοράς της έλλειψης ενδιαφέροντος αλλά κυρίως της πλήρους άγνοιας του θέματος των υδρογονανθράκων από διαδοχικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα, είναι το γεγονός ότι τη μια στιγμή η χώρα εμφανίζεται να παράγει σοβαρές ποσότητες πετρελαίου (από τον Πρίνο) και την άλλη να μην παράγει τίποτε. Το ότι δεν παράγει σήμερα πετρέλαιο ή φυσικό αέριο η Ελλάδα δεν οφείλεται στο γεγονός ότι στέρεψε ο Πρίνος -τουλάχιστον κάποια από τα κοιτάσματά του- αλλά στην πλήρη αδιαφορία από πλευράς κράτους. Εάν οι έρευνες είχαν συνεχισθεί (τη δεκαετία του ’80 και ’90) πέριξ του Πρίνου αλλά και σε άλλες τοποθεσίες, στην Ελλάδα, η χώρα θα παρήγαγε σήμερα ικανές ποσότητες πετρελαίου», παρατηρεί ξένος γεωλόγος πετρελαίου με πολυετή εργασιακή εμπειρία στη χώρα μας. Επιπλέον, θα προσθέσουμε εμείς, οι επενδύσεις σε έρευνα υδρογονανθράκων είναι μια πολυδάπανη υπόθεση με σχετικά μεγάλο χρονικό ορίζοντα (lead time) για την ανακάλυψη κοιτασμάτων. Συνήθως απαιτούνται τρία έως έξι χρόνια, ανάλογα με την τοποθεσία, από τότε που θα ανακαλυφθεί το κοίτασμα μέχρις ότου να ξεκινήσει η εμπορική εκμετάλλευσή του.

Ομως για να προχωρήσει η έρευνα και ανάπτυξη πετρελαίου στην Ελλάδα απαιτείται μια σειρά άμεσων ενεργειών από πλευράς πολιτείας, ώστε να δημιουργηθεί ξανά ο κατάλληλος εποπτικός και διοικητικός μηχανισμός που θα έχει την ευθύνη και το συντονισμό των ερευνών. Αυτές συνήθως πραγματοποιούνται από διεθνείς εξειδικευμένες εταιρείες, οι οποίες αναλαμβάνουν πλήρως το σχετικό ρίσκο καλύπτοντας εξ ολοκλήρου το κόστος των ερευνών το οποίο κυμαίνεται συνήθως από 1 – 3 εκατ. δολ. για γεωτρήσεις μικρού βάθους και μπορεί να φθάσει τα 12 – 30 εκατ. δολ. ανά γεώτρηση για έρευνες σε βαθιά νερά ή σε βαθείς στόχους.

Ιδρυση νέου φορέα

Οπως παρατηρεί γνωστό στέλεχος του πετρελαϊκού τομέα στην Ελλάδα, με μεγάλη εμπειρία στα θέματα έρευνας, αυτό που χρειάζεται κατ’ αρχάς είναι η έκφραση ξεκάθαρης πολιτικής βούλησης υπέρ των ερευνών ώστε να δοθεί το κατάλληλο στίγμα στον διεθνή χώρο. Ακολούθως θα πρέπει να γίνουν παράλληλα μια σειρά ενεργειών όπως:

α) Ιδρυση κρατικού φορέα αρμοδίου για τη διαχείριση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης υδρογονανθράκων.

β) Διαχωρισμός της διαχείρισης των κρατικών δικαιωμάτων από τα ΕΛΠΕ.

γ) Βελτίωση του νομικού πλαισίου για την προσέλκυση επενδύσεων.

Αυτό που επείγει πρωτίστως είναι η ίδρυση του κρατικού φορέα (π.χ. νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου) που θα υπάγεται στο ΥΠΑΝ ο οποίος θα έχει την απαιτούμενη χρηματοδότηση και ευελιξία κινήσεων και ως εκ τούτου θα μπορεί να αναλάβει τη διαχείριση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στον τομέα Ερευνας και Παραγωγής Υδρογονανθράκων. Μέχρι σήμερα τον ρόλο αυτό τον είχαν τα Ελληνικά Πετρέλαια (ΕΛΠΕ) τα οποία όμως τώρα έχουν ιδιωτικοποιηθεί (64,5% του κεφαλαίου ελέγχονται από ιδιώτες). Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Οδηγία (94/22/ΕΚ) θα πρέπει να διασφαλισθούν ο ανταγωνισμός, η διαφάνεια, η αποφυγή διακρίσεων και η εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης.

Σύμβουλος Δημοσίου

Σύμφωνα με ειδικούς του χώρου της έρευνας πετρελαίων και με εκτενή γνώση και εμπειρία της διεθνούς σκηνής, οι αρμοδιότητες του νέου ενιαίου φορέα, ο οποίος θα είναι ο Σύμβουλος του Δημοσίου πάνω σε θέματα Ερευνας και Ανάπτυξης Υ/Α, πρέπει να περιλαμβάνουν:

i. Τη συνεχή αποτίμηση του πετρελαιοδυναμικού της χώρας.

ii. Την προετοιμασία διαγωνισμών για παραχωρήσεις.

iii. Τη διεξαγωγή διαγωνισμών και την υπογραφή συμβάσεων.

iv. Την εποπτεία και έλεγχο των παραχωρησιούχων.

v. Τη διαχείριση δικαιωμάτων του Δημοσίου.

vi. Την έκδοση κανονισμών κ.λπ.

vii. Τη διατήρηση και διαρκή αξιολόγηση των «πανάκριβων» δεδομένων.

viii. Τη συμμετοχή σε νέες αναζητήσεις με εφαρμογή σύγχρονων τεχνολογιών.

ix. Την προστασία του περιβάλλοντος είτε από δραστηριότητες εξόρυξης υδρογονανθράκων είτε με αποθήκευση του διοξειδίου του άνθρακα σε υπεδαφικούς ταμιευτήρες.

Το «Ινστιτούτο Πετρελαίου»

Οι προτάσεις που ανακοινώθηκαν πρόσφατα από το ΥΠΑΝ περί δημιουργίας «Ινστιτούτου Πετρελαίου» μέσα από υπηρεσίες που ουδέποτε ασχολήθηκαν ή άκουσαν για το αντικείμενο, εκτός από το βόλεμα λίγων καθηγητών θεωρητικής έρευνας θα περιπλέξει τα πράγματα και θα οδηγήσει σε απογοητευτικά αποτελέσματα συνεισφέροντας στις μακροχρόνιες καθυστερήσεις. Οι επενδυτές και οι εξειδικευμένες εταιρείες πετρελαίου ζητούν να έχουν απέναντί τους σοβαρούς διαπραγματευτές και γνώστες του θέματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την ίδρυση ενός ανεξάρτητου φορέα. Αυτό εξάλλου ήταν και το συμπέρασμα ειδικής ημερίδας που οργανώθηκε τον περασμένο Ιούνιο στην Αθήνα από το Ινστιτούτο Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ), με τη συμμετοχή και υποστήριξη τόσο του ΥΠΑΝ όσο και των ΕΛΠΕ.

Δείκτης οικονομικής ευρωστίας

Μπορεί η Ελλάδα να μην γίνει ποτέ το νέο πετρελαϊκό Ελντοράντο της Μεσογείου (εξάλλου αυτό δεν είναι το ζητούμενο), όμως έχει τη δυνατότητα να παράγει αξιόλογες ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου που θα της εξασφαλίσουν έναν ικανοποιητικό βαθμό ενεργειακής ασφάλειας, ο οποίος παντελώς απουσιάζει σήμερα.

Εάν και μέχρι πρότινος η ενεργειακή ασφάλεια, υπό την στενή έννοια του ελέγχου μιας εγχώριας παραγωγικής βάσης, εθεωρείτο λίγο ξεπερασμένη ως πολιτική (κυρίως λόγω της παγκοσμιοποίησης), τα γεγονότα (φυσικές καταστροφές, τρομοκρατικά χτυπήματα) και η εμπειρία των τελευταίων 12 μηνών όπου έχει κηρυχθεί πλέον ανοικτός πόλεμος μεταξύ εταιρειών, που δραστηριοποιούνται εκτός ΟΠΕΚ, για την εξασφάλιση νέων κοιτασμάτων δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Είναι πλέον ξεκάθαρο και στον πιο φανατικό οπαδό της παγκοσμιοποίησης ότι ο έλεγχος κοιτασμάτων υδρογονανθράκων θα αποτελέσει για το εκάστοτε κυρίαρχο κράτος βασική συνιστώσα και δείκτη της οικονομικής ανάπτυξης και ευρωστίας του. Ως εκ τούτου, ένα βασικό ερώτημα που τίθεται σήμερα προς την κυβέρνηση είναι εάν έχει αξιολογήσει επαρκώς τον ρόλο των υδρογονανθράκων στη γεωπολιτική θέση της χώρας και εάν επιθυμεί την ενδυνάμωση της ενεργειακής της ασφάλειας.