ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τραπεζικές καταθέσεις και επενδύσεις χαμηλού ρίσκου προτιμούν οι Ελληνες

Απαισιόδοξος, συντηρητικός και… μικρομεσαίος. Αυτό είναι το προφίλ του Ελληνα επενδυτή, όπως προέκυψε από έρευνα της GfK Market Analysi, η οποία διεξήχθη σε Ευρώπη και ΗΠΑ. H πλειοψηφία των Ελλήνων που έχουν τη δυνατότητα να επενδύουν μέχρι 50.000 ευρώ, προτιμούν τις καταθέσεις και επενδύσεις χωρίς μεγάλο ρίσκο, ενώ εκτιμούν ότι θα μειωθούν οι αποταμιεύσεις τους.

Σχεδόν τα ίδια συμπεράσματα ισχύουν για τον μέσο Ευρωπαίο επενδυτή με εξαίρεση τους Σουηδούς που γοητεύονται περισσότερο από το ρίσκο και τους Αγγλους, Βέλγους και Ελβετούς που διαθέτουν περισσότερα χρήματα για επενδύσεις. Οι πιο φτωχοί Ευρωπαίοι επενδυτές είναι οι Τσέχοι και οι Ούγγροι, των οποίων οι επενδύσεις δεν ξεπερνούν τα 25.000 ευρώ.

Στην αντίθετη πλευρά βρίσκονται οι Αμερικανοί. Πιστεύουν ότι στο επόμενο διάστημα οι αποταμιεύσεις τους θα αυξηθούν, προτιμούν τοποθετήσεις με μεγαλύτερο ρίσκο και επενδύουν περισσότερα χρήματα από τον μέσο Ευρωπαίο.

Σύμφωνα με την έρευνα της GfK Market Analysis, η επενδυτική δύναμη της πλειοψηφίας των Ελλήνων είναι μικρή καθώς βρίσκεται κάτω των 50.000 ευρώ. Το ποσοστό των Ελλήνων που ασχολούνται με χρηματοοικονομικά θέματα είτε σε ατομικό είτε σε οικογενειακό επίπεδο και δηλώνουν ότι οι προσωπικές τους επενδύσεις σε μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα, βραχυπρόθεσμες ή προθεσμιακές καταθέσεις δεν ξεπερνούν το συνολικό ποσό των 50.000 ευρώ, εξακολουθεί να κυμαίνεται σε πολύ υψηλά επίπεδα και αυτή την περίοδο αγγίζει το 91%.

Τι θα ήθελαν

Ενδιαφέρον αποτελεί η απόκλιση που παρατηρείται μεταξύ του επιθυμητού και του πραγματικού σε ό,τι αφορά τις επενδυτικές επιλογές. Ετσι, αν ο Ελληνας είχε 50.000 ευρώ διαθέσιμα, τότε θα προτιμούσε να τα επενδύσει ως εξής:

– 33% σε κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό (ταμιευτήριο ή τρεχούμενο)

– 10% σε ασφάλειες ζωής

– 6% σε πρόγραμμα συνταξιοδότησης

– 8% σε ομόλογα

– 6% σε μετοχές

– 3% σε μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια

– 3% σε άλλα αμοιβαία κεφάλαια

– και 31% σε άλλες επενδύσεις.

Ομως, το 68% των Ελλήνων προτιμά τις τραπεζικές καταθέσεις και το 23% τα ασφαλιστήρια ζωής. Υψηλό είναι το επίπεδο προτίμησης σε επενδύσεις στο Χρηματιστήριο (μετοχές) με ποσοστό 14%.

Στα ίδια επίπεδα κυμαίνονται και οι προσωπικές επενδύσεις των Γερμανών και των Αυστριακών, ενώ οι Ελβετοί, οι Αγγλοι και οι Βέλγοι φαίνεται να έχουν την ευχέρεια μεγαλύτερων επενδύσεων (άνω των 50.000 ευρώ). Μάλιστα το Βέλγιο είναι η χώρα όπου σημειώθηκε η μεγαλύτερη αύξηση (+5%) σε άτομα που επενδύουν σε κεφάλαια αξίας μεγαλύτερης των 50.000 ευρώ (23% την άνοιξη του 2004 έναντι 28% την ανοιξη του 2005). Κλασικό παράδειγμα μέσου Δυτικοευρωπαίου επενδυτή αποτελούν οι Ιταλοί.

Οσον αφορά τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, όπου το οριακό χρηματικό ποσό διάκρισης των επενδύσεων σε υψηλές και χαμηλές είναι τα 25.000 ευρώ, τα μεγαλύτερα κεφάλαια επενδύονται από τους Ούγγρους και τους Τσέχους (και στις 2 χώρες το 4% των ερωτώμενων δήλωσαν ότι οι προσωπικές τους επενδύσεις ξεπερνούν τα 25.000 ευρώ).

ΗΠΑ

Ωστόσο, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής τέσσερις στους 10 επενδύουν κεφάλαια άνω των 50.000 ευρώ, σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα επενδυτικής συμπεριφοράς βάσει των οποίων ένας στους 10 έχει τη δυνατότητα να επενδύσει τόσο υψηλά χρηματικά ποσά. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι, συγκριτικά με τα αποτελέσματα της εαρινής περιόδου του 2004, η συμπεριφορά των Αμερικανών όσον αφορά τη διαχείριση των κεφαλαίων τους παραμένει αμετάβλητη, ενώ οι Ευρωπαίοι μειώνουν τα ποσά των επενδεδυμένων κεφαλαίων τους (-4% στη Δυτική Ευρώπη και -2% στην Κεντρική Ευρώπη των ατόμων που επενδύουν προσωπικά κεφάλαια αξίας μεγαλύτερης των 50.000 ευρώ).

Η πλειοψηφία των Ελλήνων (68%) εξακολουθεί να προτιμά τις επενδύσεις σε τραπεζικές καταθέσεις (βραχυπρόθεσμες ή προθεσμιακές καταθέσεις, λογαριασμοί τρεχούμενοι και ταμιευτηρίου), ενώ το 23% επενδύει σε ασφάλειες ζωής, το 14% σε μετοχές και το 5% σε μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια.

Συγκριτικά με τα αποτελέσματα του 2003, τα έτη 2004 και 2005 αυξάνεται αισθητά το ποσοστό των Ελλήνων που επενδύουν σε τραπεζικές καταθέσεις. Τα αντίστοιχα ποσοστά τις προηγούμενες περιόδους ήταν: 21% την άνοιξη του 2003, 41% το φθινόπωρο του 2003, 58% την άνοιξη του 2004, 51% το φθινόπωρο του 2004 και 53% την άνοιξη του 2005.

Δυτική Ευρώπη

Τους τελευταίους έξι μήνες (Οκτώβριος 2004 – Απρίλιος 2005) παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης όσον αφορά την επιλογή των μεθόδων διαχείρισης προσωπικών κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, παρατηρείται αύξηση των επενδύσεων σε τραπεζικές καταθέσεις (+7%), ασφάλειες ζωής (+4%), μετοχές (+1%), μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια (+2%), ομόλογα (+2%) και προγράμματα συνταξιοδότησης (+2%). Οι χώρες της Ευρώπης με τα μεγαλύτερα ποσοστά επενδύσεων σε μετοχές και μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια είναι το Βέλγιο, η Ιταλία, η Σουηδία, η Αγγλία και η Ελβετία.

Στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης το 25% των προσωπικών κεφαλαίων επενδύεται σε τραπεζικές καταθέσεις, το 16% σε ασφάλειες ζωής, το 13% σε συνταξιοδοτικά προγράμματα, ενώ το 68% των ερωτώμενων -μόνιμων κατοίκων των χωρών αυτών- δηλώνουν ότι κατά κύριο λόγο επενδύουν σε ακίνητη περιουσία.

Τέλος, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι σε διάρκεια ενός εξαμήνου (Οκτώβριος 2004 – Απρίλιος 2005) παρατηρείται μείωση των επενδύσεων σε μετοχές (-4%) και μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια (-3%) στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τη χώρα όπου συνηθίζεται αρκετά μεγάλο μέρος των προσωπικών και οικογενειακών κεφαλαίων να επενδύεται σε οικονομικά προϊόντα υψηλού ρίσκου (18% σε μετοχές και 25% σε μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια).

Οι Ελληνες επενδυτές είναι απαισιόδοξοι, καθώς μόνο το 11% αναμένει αύξηση των αποταμιεύσεών τους μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Οι τέσσερις στους 10 Ευρωπαίους αναμένουν μείωση των αποταμιεύσεών τους μέσα στους επόμενους 12 μήνες, ενώ μόνο ένας στους 10 θεωρεί ότι υπάρχει προοπτική αύξησης των αποταμιεύσεών του στο μέλλον.

Οσον αφορά τους Ελληνες, μόνο το 11% αναμένει αύξηση των αποταμιεύσεών του στους επόμενους 12 μήνες, ποσοστό το οποίο δεν ξεφεύγει από το πλαίσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Γενικότερα, ένα κλίμα απαισιοδοξίας επικρατεί τόσο σε Ευρώπη όσο και σε Ελλάδα. Συγκεκριμένα, το 52% των Ελλήνων θεωρεί ότι οι αποταμιεύσεις τους θα μειωθούν τους μήνες που θα ακολουθήσουν και μάλιστα το 30% αναμένει μείωση αρκετά αισθητή. Επιπλέον, ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, συγκριτικά με το 2004, τον Απρίλιο του 2005 αυξάνεται κατά 28% το ποσοστό των Ελλήνων που αναμένουν μείωση των αποταμιεύσεών τους.

Εξαίρεση στις ισχύουσες ευρωπαϊκές τάσεις αποτελούν οι Ελβετοί ως ο δυτικοευρωπαϊκός λαός με τις μεγαλύτερες προσδοκίες αύξησης των αποταμιεύσεών του.

Ακριβώς αντίθετες προσδοκίες από τους Ευρωπαίους φαίνεται να έχουν οι Αμερικανοί. Το 40% των κατοίκων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής που διαχειρίζονται προσωπικά ή οικογενειακά κεφάλαια αναμένει αύξηση των αποταμιεύσεών του στο μέλλον, ενώ μείωση αναμένει μόνο το 21%.

«Ζαλίζει» ο κίνδυνος

Τα οικονομικά προϊόντα με το χαμηλότερο επενδυτικό ρίσκο έρχονται πρώτα στις προτιμήσεις των Ευρωπαίων. Στην ερώτηση πώς θα διαχειριζόσαστε το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ (25.000 ευρώ για τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης) αν το είχατε στη διάθεσή σας και έπρεπε να το επενδύσετε, η πλειοψηφία των Ευρωπαίων υπέδειξε οικονομικά προϊόντα με χαμηλό επενδυτικό ρίσκο, όπως τραπεζικές καταθέσεις (47%) και ασφάλειες ζωής (23%). Ωστόσο, άξιο λόγου είναι το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Κεντρικής Ευρώπης αποδείχθηκαν πιο ριψοκίνδυνοι επενδυτές από τους Δυτικοευρωπαίους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι το 35% των κατοίκων της Κεντρικής Ευρώπης δήλωσαν επιθυμία να επενδύσουν σε μετοχές, σε αντίθεση με τους Δυτικοευρωπαίους εκ των οποίων μόνο το 14% ανέφερε ότι θα επέλεγε να επενδύσει στο συγκεκριμένο οικονομικό προϊόν.

Η ταυτότητα της έρευνας

Το Investment Barometer διεξάγεται δύο φορές το χρόνο και παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τις τάσεις των επενδυτών στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Οι ερωτήσεις στην έρευνα αφορούν τις οικονομικές επενδύσεις που διατηρούν οι καταναλωτές, πώς αυτοί θα επένδυαν 50.000 ευρώ και την προτιμώμενη και λιγότερο προτιμώμενη μορφή επένδυσης. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την GfK Custom Research παγκοσμίως για λογαριασμό της εφημερίδας The Wall Street Journal Europe μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου 2005 και περιέλαβε συνολικά δείγμα 14.193 ατόμων σε 17 χώρες. Στην Ελλάδα η εν λόγω έρευνα πραγματοποιήθηκε μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων με τη μέθοδο CATI (Computer Assisted Telephone Interviewing), από 5 έως 13 Απριλίου 2005 σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.250 ατόμων (ανδρών και γυναικών ηλικίας από 18 έως 64 ετών).