ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Καμπανάκι» Πιλάβιου για το ξέπλυμα χρήματος

«Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αντιληφθούν ότι τα μέτρα που είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος είναι ουσιαστικό μέσο για την επιβίωσή τους και δεν θα πρέπει να το αντιμετωπίζουν ως άλλο ένα πάρεργο ή ένα επιπλέον έξοδο για τη δραστηριότητά τους». Αυτό δήλωσε χθες ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Αλέξης Πιλάβιος, ανοίγοντας το συνέδριο για το Ξέπλυμα Χρήματος (ν. 2331.1995) που διοργάνωσε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Ο κ. Πιλάβιος τόνισε ότι αυξάνεται διεθνώς η ανησυχία για τα κρούσματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και υπογράμμισε ότι σήμερα είναι η κατάλληλη στιγμή για να υιοθετηθούν απ’ όλους τους εποπτευόμενους φορείς τα μέτρα που προβλέπει η κοινοτική οδηγία και πρόσθεσε ότι ο ρόλος της E.K. είναι να θεσπίσει αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία των εταιρειών και των καταναλωτών, ενώ το βασικό μήνυμα που υπάρχει σήμερα διεθνώς είναι το «Know your Customer» (μετ.: γνώρισε τον πελάτη σου).

Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που προωθείται προς ψήφιση στη Βουλή και ενσωματώνει τη 2η κοινοτική οδηγία για το ξέπλυμα χρήματος, ως χρηματοπιστωτικός οργανισμός θεωρούνται οι εξής ανώνυμες εταιρείες: AEEX, ΑΕΔΑΚ, ΑΕΠΕΥ, ΑΕΛΔΕ, τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, οι εταιρείες παροχής πιστώσεων και οι ασφαλιστικές εταιρείες που ασκούν ασφαλίσεις ζωής.

Η κοινοτική οδηγία προβλέπει μεγάλες ποινές για όσους εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα σε πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες όπως για παράδειγμα: α) με κάθειρξη (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β) με ποινή φυλάκισης μέχρι (2) ετών τιμωρείται όποιος υπάλληλος των πιστωτικών ιδρυμάτων (όπου εκτός των εμπορικών τραπεζών εμπίπτουν το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και η Τράπεζα της Ελλάδος) ή όποιο άλλο υπόχρεο προς αναφορά υπόπτων συναλλαγών πρόσωπο, παραλείπει από πρόθεση να αναφέρει αρμοδίως ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή παρουσιάζει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία.

Τα πρόσωπα που είναι υποχρεωμένα να αναφέρουν ύποπτες συναλλαγές δραστηριοποιούνται σε: πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, εταιρείες leasing, εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων τρίτων, εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου. Επίσης, οι ορκωτοί λογιστές, ελεγκτές και εξωτερικοί λογιστές καθώς και οι ελεγκτικές εταιρείες, οι φορολογικοί ή φοροτεχνικοί σύμβουλοι, οι εταιρείες φορολογικών ή φοροτεχνικών συμβουλών, οι κτηματομεσίτες και οι κτηματομεσιτικές εταιρείες, τα καζίνο, τα καζίνο του Διαδικτύου (internet), οι εταιρείες διοργάνωσης τυχερών παιχνιδιών, οι οίκοι δημοπρασίας, οι έμποροι αγαθών υψηλής αξίας και οι εκπλειστηριαστές όταν η αξία της συναλλαγής υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, είτε η πληρωμή γίνεται εφ’ άπαξ είτε με δόσεις, οι συμβολαιογράφοι και οι δικηγόροι όταν βοηθούν στο σχεδιασμό και στην πραγματοποίηση συναλλαγών για τους πελάτες τους και οι ταχυδρομικές εταιρείες μόνο στην έκταση που ασκούν τη δραστηριότητα της διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων.

Οπως υπογραμμίζεται στην κοινοτική οδηγία, οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν: α) να εξετάσουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγή που από τη φύση της μπορεί να συνδεθεί με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β) να θεσπίζουν διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας, ώστε να προλαμβάνουν και να εμποδίζουν τη διενέργεια συναλλαγών που συνδέονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, γ) να μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες να εφαρμόζονται και στα υποκαταστήματά τους, του εξωτερικού, εκτός αν αυτό απαγορεύεται από τη σχετική αλλοδαπή νομοθεσία. Μάλιστα υποχρεούται κάθε χρηματοπιστωτικός οργανισμός να ορίσει ένα διευθυντικό στέλεχος στο οποίο τα άλλα διευθυντικά στελέχη και οι υπάλληλοι θα αναφέρουν κάθε συναλλαγή που θεωρούν ύποπτη νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Οι ομιλητές του συνεδρίου τόνισαν ιδιαίτερα ποιες είναι οι ενδείξεις συναλλαγών που θα πρέπει να θεωρούνται ύποπτες νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και οι οποίες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: σε εκείνες που αφορούν την ταχύτητα του πελάτη και σε εκείνες που αφορούν τις κινήσεις του λογαριασμού του πελάτη.

Αναφέρθηκαν ορισμένα παραδείγματα συναλλαγών ή συμπεριφορών νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες τα οποία είναι τα ακόλουθα: α) κίνηση λογαριασμών με μεγάλα ποσά που τηρούνται στο όνομα εταιρειών οι οποίες αναπτύσσουν εξωχώρια δραστηριότητα (offshore companies), β) αδικαιολόγητη καθυστέρηση του πελάτη να προσκομίσει τα νομιμοποιητικά και λοιπά έγγραφα που είναι απαραίτητα για το άνοιγμα χρηματιστηριακού λογαριασμού, γ) ενεργοποίηση αδρανών λογαριασμών, δ) φήμες και ειδήσεις που αφορούν τον πελάτη και τον συνδέουν με εγκληματικές και ποινικά κολάσιμες δραστηριότητες, ε) άνοιγμα λογαριασμού στο όνομα πελάτη του οποίου η έδρα δεν είναι στην περιοχή που εξυπηρετείται από το συγκεκριμένο υποκατάστημα, σημαντική και αιφνίδια αύξηση συναλλαγών, πληρωμή μεγάλων ποσών σε μετρητά ή επιταγές, ασυνήθης νευρικότητα στη συμπεριφορά προσώπων κατά τη διεξαγωγή συναλλαγής και μη επίδειξη εύλογου ενδιαφέροντος πελάτη για τους οικονομικούς όρους της συναλλαγής.

Μ. Κυριάκος: Το νέο πλαίσιο επιβαρύνει τους επαγγελματίες

Αίσθηση προκάλεσε η τοποθέτηση στο συνέδριο του κ. M. Κυριάκου, προέδρου της KPMG. Το νέο πλαίσιο είναι ασφαλώς αυστηρότερο από το παλαιό, όμως επιβαρύνει τους επαγγελματίες, τόνισε, διότι τους καθιστά υπεύθυνους να ερευνούν την προέλευση των χρημάτων των πελατών τους και να ειδοποιούν τις αρχές εφόσον υπάρχουν υποψίες. H επιβάρυνση των επαγγελματιών δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας των σύγχρονων κοινωνιών από σοβαρές μορφές εγκληματικής δραστηριότητας. H ανάγκη όμως αυτή προστασίας θα πρέπει να οριοθετείται με σαφήνεια ώστε να γνωρίζει ο επαγγελματίας τι συνιστά εγκληματική δραστηριότητα για την οποία πρέπει να είναι προσεκτικός σε σχέση με την εξυπηρέτηση των πελατών του. H αδικαιολόγητη διεύρυνση της εγκληματικής δραστηριότητας από την εσωτερική νομοθεσία με γενικές διατυπώσεις θα αυξήσουν τον κίνδυνο για τους επαγγελματίες και τη γραφειοκρατία που συνεπάγεται η διαχείριση του κινδύνου αυτού.