ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ποιες αγκυλώσεις εμποδίζουν την ανάπτυξη να μετεξελιχθεί σε απασχόληση

Οι αγκυλώσεις τις ελληνικής οικονομίας δεν επιτρέπουν να «μετατραπεί» ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης σε νέες θέσεις ανεργίας. Αποτέλεσμα; Η ελλάδα παρουσιάζει τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης, αλλά και το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας.

Η διαπίστωση αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως παράδοξο της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, οι ειδικοί αποδίδουν το φαινόμενο αυτό σε συγκεκριμένα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, σε κοινωνικές συνήθειες και στην ανελαστικότητα της αγοράς εργασίας. Ολα αυτά δημιουργούν ένα πλέγμα προβλημάτων που μειώνουν την επιχειρηματικότητα και κατά συνέπεια την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, με αποτέλεσμα να περιορίζονται οι επενδύσεις, που παράλληλα απορροφούν αριθμό εργαζομένων αντίστοιχο με εκείνον του ρυθμού ανάπτυξης.

Ανεργία στο 5%: Διότι αν ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας δημιουργούσε αντίστοιχο αριθμό θέσεων εργασίας, τότε θα ίσχυε ένα πρακτικός κανόνας: Κάθε μία πρόσθετη μονάδα αύξησης στο ΑΕΠ μειώνει την ανεργία κατά 0,25 της μονάδας. Αυτό θα οδηγούσε σήμερα το ποσοστό ανεργίας στο 5%, έναντι 9,8%. Και αν αυτό μοιάζει υπερβολικό, τότε υπολογισμοί στελεχών του ΙΟΒΕ και της Alpha Bank, θα χαρακτηρίζονταν ως εξωπραγματικοί. Συγκεκριμένα, αναλυτές του ΙΟΒΕ υπολόγισαν ότι αν δεν υπήρχαν οι δυσκαμψίες στην ελληνική οικονομία και κάθε μία μικρομεσαία επιχείρηση αύξανε το προσωπικό της κατά ένα άτομο, τότε θα έβρισκε εργασία το 85% των σημερινών ανέργων!

Επίσης, αν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας αναπτύσσονταν (και σε ανθρώπινο δυναμικό) με αντίστοιχο ρυθμό, όπως σε άλλες περιφερειακές οικονομίες (π.χ. Πορτογαλία), τότε σήμερα δεν θα υπήρχε ούτε ένας άνεργος!

Δυσκαμψίες: Από την πλευρά της η Alpha Bank παρατηρεί ότι όπου ο δείκτης ευχέρειας επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι υψηλότερος, το αντίστοιχο ποσοστό απασχόλησης είναι μεγαλύτερο. Ομως, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 80ή θέση, βάσει του δείκτη ευχέριας επιχειρηματικής δραστηριότητας, και το ποσοστό απασχόλησης ανέρχεται σχεδόν στο 60%. Αντίθετα, στη Νέα Ζηλανδία, η οποία κατατάσσεται στην πρώτη θέση με βάση την ευχέρια στην επιχειρηματική δραστηριότητα, το ποσοστό απασχόλησης ξεπερνάει το 73%.

Οι αιτίες: Μιλώντας στην «Καθημερινή» ο διευθυντής Επιστημονικής Ερευνας του ΙΟΒΕ, καθηγητής κ. Θεοδόσης Παλάσκας, ανέφερε ότι στην περίπτωση της Ελλάδας θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες που έχουν σχέση με κοινωνικές δομές και με μεταβολλές των καταναλωτικών προτύπων και με τη δυσκολία που παρουσιάζουν οι Ελληνες στην κινητικότητα και τη μετακίνηση στην εργασία (από τον ένα τόπο στον άλλο και από μία εργασία σε μία άλλη). Για παράδειγμα, ανέφερε, η απότομη αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης αύξησε τη ζήτηση για εισαγόμενα προϊόντα, με αποτέλεσμα να μη δοθεί ο απαραίτητος χρόνος να οργανωθεί και να ενισχυθεί η παραγωγική δομή στην Ελλάδα.

Παράγοντες: «Το γιατί οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ που καταγράφονται στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια δεν συνοδεύονται από άμβλυσνη του μεγάλου ποσοστού ανεργίας», σύμφωνα με τον ίδιο, «μπορεί να ερμηνευτεί ως εξής:

Πρώτον, σε εργατικό πλεόνασμα που δημιουργείται στον αγροτικό τομέα, λόγω των χαρακτηριστικών του, όπως είναι η άρνηση μετακίνησης

Δεύτερον, στην ταυτόχρονη μείωση της απασχόλησης στον τομέα της μεταποίησης, στον οποίο παρατηρείται αναδιάρθρωση της παραγωγής σε όρους συντελεστών παραγωγής. Δηλαδή, η παραγωγή του μεγαλύτερου μέρους των εγχώριων επιχειρήσεων χαρακτηρίζεται από ένταση τεχνολογίας και ένταση ανθρώπινου κεφαλαίου (υψηλές δεξιότητες) παρά ένταση εργασίας.

Τρίτον, στην απασχόληση στον τριτογενή τομέα που έχει προσεγγίσει υψηλά ποσοστά στό σύνολο της απασχόλησης συγκριτικά με άλλες αναπτυγμένες οικονομίες. Επιπλέον, τα χαρακτηριστικά του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού από τον αγροτικό τομέα δεν ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά των θέσεων εργασίας του τομέα των υπηρεσιών.

Τέταρτον, στην αύξηση των εισαγωγών με μεγαλύτερο ρυθμό σε σύγκριση με τις εξαγωγές και τη μεταβολή του ΑΕΠ.

Πέμπτον, στην εξέλιξη των ρυθμών μεταβολής της απασχόλησης σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης».

Επιχειρήσεις: Πράγματι, αν συγκρίνουμε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα με εκείνες στην Ιταλία και τις υπόλοιπες περιφερειακές οικονομίες της Ε.Ε.-19 (την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ισχυρή σχέση μεταξύ του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού και της επιχειρηματικής ανταγωνιστικότητας και απασχόλησης. Παρατηρείται, δηλαδή, σημαντική υστέρηση των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων και δυσοίωνη προοπτική τους σε όρους ανταγωνιστικότητας και απασχόλησης, έναντι των αντίστοιχων άλλων περιφερειακών οικονομιών της Ε.Ε.

Αυτές οι διαπιστώσεις εγείρουν εύλογα το κρίσιμο ερώτημα για τις προοπτικές των εγχώριων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και για τη συμβολή τους στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης. Ο βραδύς τεχνολογικός εκσυγχρονισμός της παραγωγής και η περιορισμένη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στην Ελλάδα, είναι απόρροια διαρθρωτικών και θεσμικών αδυναμιών του παραγωγικού συστήματος της χώρας.

Το μικρό μέγεθος απασχόλησης των ελληνικών επιχειρήσεων, η παραδοσιακή οργάνωση και παραγωγική εξειδίκευση έντασης εργασίας και χαμηλής προστιθέμενης αξίας, δυσχεραίνουν τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό (μηδαμινές δαπάνες σε νέες δεξιότητες και τεχνολογίες παραγωγής) με αποτέλεσμα αρνητικές επιδόσεις ανταγωνιστικότητας και απασχόλησης.

Υπολογισμοί: Σύμφωνα με υπολογισμούς στελεχών του ΙΟΒΕ, αν η διασφάλιση των κατάλληλων παραγόντων και συνθηκών στην Ελλάδα, σύμφωνα με ένα πολύ απλοϊκό σενάριο, συνέβαλλε στην αύξηση της απασχόλησης κατά μέσο όρο κατά ένα άτομο σε επιχερήσεις με μέγεθος από 1-249 απασχολουμένους, τότε ο αντίκτυπος στη συνολική αύξηση της απασχόλησης της χώρας θα ήταν πολύ μεγάλος. Συγκεκριμένα, εξαιρώντας τους αυτοαπασχολούμενους, που αποτελούν περίπου το 54% του συνόλου των μικρομεσαίων στην Ελλάδα (415.800 επιχειρήσεις), η αύξηση της απασχόλησης των επιχειρήσεων αυτών θα αντιστοιχούσε σε 354.200 νέες θέσεις εργασίας. Με άλλα λόγια, το 85,7% των ανέργων της ελληνικής οικονομίας θα έβρισκε εργασία.

Επίσης, αν η μεταβολή της απασχόλησης των ελληνικών επιχειρήσεων κατά την τελευταία δεκαετία ήταν η ίδια με τον αντίστοιχο μέσο όρο των περιφερειακών οικονομιών, τότε ο αριθμός των απασχολουμένων θα αυξανόταν κατά 29,3% ή κατά 433.720 και όχι κατά μόλις 0,7% ή κατά 64.726 απασχολουμένους που ήταν η πραγματική αύξηση.

Επιπλέον, αν εξαιρέσουμε από αυτήν την υπόθεση τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, τότε η αύξηση της απασχόλησης θα ήταν 24% ή κατά 125.658 απασχολουμένους. Ετσι, η συνολική απασχόληση θα προσέγγιζε τις 1.670.658 αντί τους 1.480.274 εργαζομένους. Με άλλα λόγια, η ανεργία θα μειωνόταν κατά 30% με ιδιαίτερα θετικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις.

Προτάσεις: Απαιτούνται, λοιπόν, ανάλογες μεταρρυθμίσεις για την υπερπήδηση των δυσκολιών τεχνολογικής ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας που αντιμετωπίζουν οι εγχώριες επιχειρήσεις. Υπό τις ανάλογες προϋποθέσεις, μπορούν και οι μικρές εθνικές και περιφερειακές οικονομίες που ουδέποτε είχαν τεχνολογική παράδοση, να αναπτύξουν νέα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα με αντίστοιχα οφέλη οικονομικής μεγέθυνσης και απασχόλησης.

Η αντιμετώπιση των διαρθρωτικών και των θεσμικών διαστάσεων του προβλήματος της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, που θα επέτρεπε την αύξηση της απασχόλησης, προϋποθέτει τη διαμόρφωση ενός σταθερού πλαισίου μέτρων ενίσχυσης και ανάπτυξης. Ο δημόσιος τομέας και η κοινοτική στήριξη παίζουν καθοριστικό ρόλο στην τεχνολογική ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών. Η ιδιαίτερη όμως υστέρηση της Ελλάδας έναντι των άλλων εταίρων της Ε.Ε. απορρέει από τον χαμηλό βαθμό εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων και θεσμικών φορέων.

Σε κάθε περίπτωση, οι περιορισμοί και οι δυνατότητες τεχνολογικής βελτίωσης συνδέονται στενά με τις τοπικές – εθνικές, κοινωνικοοικονομικές και θεσμικές δομές. Η φτωχή τεχνολογική γνώση, η έλλειψη δεξιοτήτων και η ασθενής οικονομική διάρθρωση που χαρακτηρίζουν την Ελλάδα δυσχεραίνουν την τεχνολογική προσαρμογή και την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.

Επισημαίνεται λοιπόν η αναγκαιότητα εκσυγχρονισμού των ελληνικών επιχειρήσεων και των χρηματοδοτικών φορέων, από τη μια πλευρά, και αναθεώρησης των υφιστάμενων και ενσωμάτωσης νέων δυναμικών αναπτυξιακών κριτηρίων αξιολόγησης επενδυτικών προτάσεων και χρηματοδοτήσεων, από την άλλη.

Προσλήψεις – απολύσεις: Η Alpha Bank προσθέτει στους παράγοντες που καθορίζουν την επιχειρηματική ευχέρεια την ευελιξία πρόσληψης και απόλυσης προσωπικού. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση (148η θέση μεταξύ 155 χωρών). Οπως παρατηρεί η τράπεζα, αν το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς εργασίας χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ακαμψίας, τότε οι εργοδότες ακολουθούν άλλες μεθόδους, π.χ. άτυπης μορφής απασχόληση, προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικοί. Τέλος, απαιτείται η αναμόρφωση της εργατικής νομοθεσίας, προκειμένου οι επιχειρήσεις να προσαρμόζονται γρηγορότερα στην τεχνολογική πρόοδο, τους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς και την εισροή μεταναστών.