ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πώς θα «βαθύνει» η τουριστική ανάπτυξη;

Ο ελληνικός τουρισμός την τελευταία διετία έχει εισέλθει, αναμφισβήτητα, σε αναπτυξιακή τροχιά. Ολα τα μεγέθη, είτε αυτά αφορούν τις αφίξεις ξένων επισκεπτών είτε αφορούν τις εισπράξεις ως αποτέλεσμα της τουριστικής δραστηριότητας ή την εξέλιξη του εσωτερικού τουρισμού, είναι θετικά, κάτι που έχει να συμβεί εδώ και πολλά χρόνια στη χώρα μας. Ωστόσο, η Ελλάδα ως προορισμός παραμένει τα τελευταία 30 χρόνια εκτός των επενδυτικών στόχων των ισχυρών διεθνών ξενοδοχειακών ομίλων. Παρότι η χώρα μας βρίσκεται μεταξύ των πρώτων προορισμών παγκοσμίως όσον αφορά την υποδοχή επισκεπτών, παράλληλα βρίσκεται και μεταξύ των χωρών που αποφεύγουν οι διεθνείς όμιλοι να κατευθύνουν τα κεφάλαια τους για την κατασκευή αμιγώς ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων. Οι λόγοι πολλοί, αλλά κυρίως η άναρχη ανάπτυξη στην οποία στηρίχθηκε η άνθηση του ελληνικού τουρισμού, κυρίως από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Η αδιαφορία από την πλευρά της πολιτείας να δώσει σαφείς επενδυτικές κατευθύνσεις, και παράλληλα να καθιερώσει κανόνες για τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού, επέτρεψε την κατασκευή χιλιάδων μικρομεσαίων ξενοδοχειακών συγκροτημάτων, κυρίως χαμηλών κατηγοριών, μια τάξη η οποία δεν βρίσκεται στους επενδυτικούς στόχους των διεθνών ξενοδοχειακών ομίλων.

Σήμερα η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας σε επίπεδο αδειοδοτήσεων, οι ευκαιρίες που έχουν δημιουργηθεί για επενδύσεις σε νέες αγορές, αλλά και η ευκολία με την οποία καταφεύγει η ξενοδοχειακή τάξη στην οδό της μείωσης των τιμών ως μοναδικό όπλο αντίδρασης, κυρίως σε τουριστικές περιόδους κρίσης, παραμένουν ως ισχυρά αντικίνητρα για τους ξένους προκειμένου να δουν τον ελληνικό προορισμό με διαφορετικό «επενδυτικό μάτι».

Ο διεθνής ανταγωνισμός είναι οξύς και πρέπει η Ελλάδα να αναπτύξει γρήγορα αντανακλαστικά στις εξελίξεις. Οι ευκαιρίες σε νέες αναπτυσσόμενες αγορές είναι πλέον πολλές, με κύριο χαρακτηριστικό την ταχύτερη απόδοση των επενδυδεμένων κεφαλαίων κυρίως λόγω του χαμηλότερου λειτουργικού κόστος των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων.

Οι ξένοι αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν τα ελληνικά ξενοδοχειακά συγκροτήματα -με ελάχιστες εξαιρέσεις- μέσα από την οπτική της απόκτησης της διοίκησης και διαχείρισης των μονάδων, μια διαδικασία που δεν έχει επιχειρηματικούς κινδύνους. Αντιθέτως, σε άλλες αναδυόμενες αγορές, όπως είναι για παράδειγμα η Ρωσία, επενδύουν κεφάλαια αγοράζοντας ξενοδοχεία, προσβλέποντας σε μελλοντικά κέρδη είτε μέσα από την επιχειρηματική συμμετοχή είτε μέσα από τη διαχείριση των μονάδων. Το μοναδικό καταγεγραμμένα υπαρκτο ενδιαφέρον ξένων να επενδύσουν στην Ελλάδα στον τουριστικό τομέα συνδυάζεται με την ανάπτυξη της παραθεριστικής κατοικίας. Και όταν πωληθούν οι κατοικίες και εισπραχθούν τα κέρδη, τι θα γίνει μετά; Πώς θα καταστήσουμε την Ελλάδα μόνιμο επενδυτικό πόλο στον χώρο του ποιοτικού τουρισμού και όχι ευκαιριακό; Βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απασχολήσουν από τώρα το οικονομικό και τουριστικό επιτελείο της κυβέρνησης, αν επιθυμεί την επόμενη δεκαετία να διατηρηθεί η αναπτυξιακή τροχιά που έχει λάβει την τελευταία διετία ο πλέον συναλλαγματοφόρος κλάδος -μαζί με τη ναυτιλία- για την εθνική μας οικονομία.