ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΘΕΑΤΗ ΟΨΗ

Στην Ελλάδα το φαινόμενο ενδημεί, την δε καλύτερη μορφή του υιοθετούν και παρουσιάζουν οι περισσότεροι πολιτικοί: Αλλα λέμε και άλλα κάνουμε.

Χαρακτηριστικότερη περίπτωση από τον χειρισμό του φορολογικού συστήματος μάλλον δύσκολα μπορεί να βρει κανείς. Τα φορολογικά πάθη των Ελλήνων πολιτών έχουν περάσει από σαράντα κύματα και η ιστορία δεν έχει τέλος.

Το πλέον πρόσφατο επεισόδιο αφορά -φυσικά- το καινούργιο φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο -αίφνης- διευρύνει τη μνήμη της Εφορίας επί των υποθέσεων κάθε φορολογούμενου προσώπου, φυσικού ή νομικού, από πέντε σε δέκα χρόνια. Και τούτο, όταν εκφρασμένη θέση της κυβερνώσας παράταξης στο θέμα ήταν ότι η παραγραφή των φορολογικών υποθέσεων έπρεπε να συμβαίνει σε τρία χρόνια. Η συλλογιστική ήταν απλή: Εφόσον οι κυβερνώντες θα κατόρθωναν να ελέγξουν τους φοροελεγκτικούς μηχανισμούς και να τους εκσυγχρονίσουν, η παραγωγικότητά τους στην πάταξη της φοροδιαφυγής θα ήταν μεγάλη και, ως αποτέλεσμα, οι σχετικές διατάξεις θα μπορούσαν να ακολουθήσουν την πρακτική των υπολοίπων ανεπτυγμένων χωρών.

Τα ίδια ισχύουν και σε άλλες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, το κράτος συνεχίζει να εφαρμόζει «χαριστικές» ρυθμίσεις είτε για την περαίωση φορολογικών χρήσεων που δεν έχει κατορθώσει να ελέγξει με τις κανονικές διαδικασίες, είτε για τους φορολογούμενους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο. Η ρητορική των εκάστοτε επικεφαλής της οικονομίας υπουργών, ωστόσο, παραμένει απαράλλαχτη. «Ετούτη», λένε, «θα είναι η τελευταία ρύθμιση, γιατί αλλιώς θα συνηθίσουν οι κακοπληρωτές του Δημοσίου και θα περιμένουν την επόμενη. Αλλη, όμως, δεν θα υπάρξει!» Αλλά, δυστυχώς, στα επόμενα ζόρια των δημοσίων εσόδων, από έναν επόμενο υπουργό έρχεται και η επόμενη ρύθμιση…

Το υπουργείο Οικονομικών πρωταγωνιστεί και στην άδικη συμπεριφορά του κράτους απέναντι στον πολίτη. Οταν του χρωστούν επιβάλλει προσαυξήσεις 1% στους οφειλέτες, ενώ όταν εκείνο χρωστά στους πολίτες, πληρώνει με καθυστέρηση και άτοκα.

Παράλληλα, διατηρεί για τον εαυτό του το δικαίωμα να ερμηνεύει τους νόμου κατά το δοκούν. Οι πρωτοετείς στις οικονομικές ή νομικές σχολές μαθαίνουν ότι οι φόροι δεν έχουν αναδρομική ισχύ (διότι θα ήταν παράλογο και άδικο), όμως οι κατά καιρούς ανάγκες των δημοσίων ταμείων άλλα επιβάλλουν. Τελευταίο κρούσμα, η φορολόγηση των… αφορολόγητων αποθεματικών των τραπεζών (κάτι που θα αποδώσει στο Δημόσιο πάνω από 200 εκατ. ευρώ), ενώ πολλοί περιμένουν ότι έπεται και συνέχεια με τα αποθεματικά των επιχειρήσεων.

Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Οι εξηγήσεις πολλές.

Το υπουργείο Οικονομικών δεν κατόρθωσε ούτε να ελέγξει τους φοροελεγκτικούς μηχανισμούς ούτε να τους εκσυγχρονίσει. Το διαβόητο TAXIS έχει αρχίσει να αποδίδει πολύ στοχευμένα και πολύ πρόσφατα και αφού κατανάλωσε μεγάλες ποσότητες κονδυλίων μέχρι να ορθοποδήσει. Είκοσι δισ. δραχμές ήταν το αρχικό κόστος και πάνω σ’ αυτό προστέθηκαν κάμποσα εκατομμύρια ευρώ.

Αντιστοίχως, ουδεμία απλοποίηση στη φορολογική νομοθεσία προέκυψε, καίτοι ο στόχος αυτός αποτελούσε προεκλογική εξαγγελία σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, και από τα δύο μεγάλα κόμματα. Καινούργιες φορολογικές διατάξεις συνεχίζουν να προστίθενται σε ένα ούτως ή άλλως πολύπλοκο και αντιφατικό φορολογικό νομοθετικό πλαίσιο, φοβίζοντας τους επίδοξους επιχειρηματίες, αποτρέποντας τους ξένους υποψήφιους επενδυτές και εκδιώκοντας όσους φορολογούμενους δεν υποκύψουν στις ορέξεις του κάθε εφόρου.

Με πρακτικές όπως αυτές που περιγράφονται ανωτέρω η φορολογική μεταρρύθμιση παραμένει γράμμα κενό. Οι αντιπαραγωγικές (αν μη τι άλλο) ισορροπίες διατηρούνται και το -εσχάτως προεκλογικό- κλίμα δεν κινδυνεύει από τις μοχλεύσεις των εφοριακών. Δυστυχώς.