ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Από τις υψηλότερες στην Ε.Ε. η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα

Τη μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση υπέστησαν στην Ελλάδα οι εργαζόμενοι στο διάστημα 1995 – 2004, όπως δείχνουν τα στοιχεία του ΙΣΤΑΜΕ. Στο προαναφερόμενο διάστημα, μεταξύ των 25 κρατών-μελών η Ουγγαρία μαζί με τη Γαλλία και την Ελλάδα καταγράφουν τη μεγαλύτερη αύξηση της επιβάρυνσης εργαζομένων στο σύνολο των φορολογικών εσόδων, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρεθεί το 2004 στην πρώτη οκτάδα των χωρών-μελών της Ε. Ε. με την υψηλότερη επιβάρυνση των εργαζομένων σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Με βάση τα στοιχεία του 2004, ο μέσος όρος φορολογικής επιβάρυνσης στην Ε. Ε. ήταν το 40% ως προς το ΑΕΠ. Η Ελλάδα ήταν στο 35% και κάτω από την Ελλάδα ήταν 4 χώρες. Η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Πολωνία. Στις χώρες με φορολογική επιβάρυνση πάνω του μέσου όρου περιλαμβάνονται η Σουηδία με 51%, η Δανία με 49%, το Βέλγιο με 45%, η Γαλλία με 43%, η Γερμανία με 39% και το Ην. Βασίλειο με 36% κ. λπ.

Σκανδιναβικές χώρες

Οι χώρες με τη μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση το 2004 (άμεση φορολογία, έμμεση φορολογία και ασφαλιστικές εισφορές), ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι οι σκανδιναβικές, ενώ τα νέα μέλη έχουν μικρότερο επίπεδο φορολογικής επιβάρυνσης.

Αρκετά υψηλή ήταν και η επιβάρυνση των εργοδοτών αν και όχι στον ίδιο βαθμό με την επιβάρυνση των εργαζομένων.

Από τη μελέτη προκύπτει, επίσης, ότι ιδιαίτερα υψηλή είναι και η φορολογική επιβάρυνση που παρουσιάζει η εργασία στην Ελλάδα. Από τα στοιχεία φαίνεται ότι τη δεκαετία 1995-2004, η Ελλάδα είχε τη μεγαλύτερη αύξηση μη μισθολογικού κόστους εργασίας, το οποίο προσδιορίζεται από το σύνολο των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών που προσμετρούνται επί των ακαθάριστων αποδοχών κάθε εργαζόμενου.

Την εξεταζόμενη περίοδο η Ελλάδα παρουσίασε συνολικά (εργαζόμενοι και επιχειρήσεις) τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση φορολογικών επιβαρύνσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ε. Ε. των «25». Στην αύξηση αυτή, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, συμμετείχαν λιγότερο τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα και επενδύσεις χαρτοφυλακίου και περισσότερο τα εισοδήματα από την εργασία.

Στην πρώτη θέση βρίσκεται η Πορτογαλία και ακολουθούν η Ελλάδα, η Ισπανία και η Σουηδία. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η συνολική φορολογική επιβάρυνση από το 32,6% του ΑΕΠ το 1995 αυξήθηκε στο 35% του ΑΕΠ το 2004. Στον αντίποδα βρίσκονται τα νέα κράτη-μέλη της Ε. Ε. Σημαντική μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης παρατηρείται στην περίπτωση της Σλοβακίας (-10,2%), της Πολωνίας (-5,6%) και της Εσθονίας (-5,3%).

Φορολογικά έσοδα

Στη δεκαετία 1995-2004 τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 2,5% του ΑΕΠ και αποδίδεται σε αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών και των άμεσων φορολογικών εσόδων. Οι μελετητές σημειώνουν, ωστόσο, ότι η αύξηση των εσόδων από την άμεση φορολογία προήλθε από τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και όχι από την αύξηση των συντελεστών άμεσης φορολόγησης. Ωστόσο, την περίοδο 1995-2004, αυξήθηκε ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής από το 40% στο 45%, καταργήθηκαν σημαντικές φοροαπαλλαγές για μισθωτούς και συνταξιούχους, δεν τιμαριθμοποιήθηκε η φορολογική κλίμακα, θεσμοθετήθηκαν τα αντικειμενικά κριτήρια για ομάδες εργαζομένων όπου έπρεπε να δηλώνουν ελάχιστο εισόδημα, ενώ αυξήθηκαν και τα τεκμήρια διαβίωσης!

Την πρωτοκαθεδρία στην Ελλάδα έχει η έμμεση φορολογία, η απόδοση της οποίας κινείται άνω του μέσου κοινοτικού όρου (35% του ΑΕΠ) με βάση τα στοιχεία του 2004.

Στην Ελλάδα η επιβάρυνση από τους έμμεσους φόρους διαμορφώθηκε το 2004 στο 40%, ενώ η υψηλότερη επιβάρυνση ήταν στην Ιρλανδία (44%) και η χαμηλότερη στο Βέλγιο (30%).

Οσον αφορά την άμεση φορολογία, εκεί ο μέσος όρος διαμορφώνεται στο 13,1% ως προς το ΑΕΠ. Η Ελλάδα είναι στο 8,9%, ενώ χαμηλότερα είναι μόνο η Σλοβενία με 8,5%. Η μεγαλύτερη επιβάρυνση από την άμεση φορολογία καταγράφεται στη Δανία με 30,1%, στη Σουηδία με 18,8%, στη Φινλανδία με 18,1%, στην Αγγλία με 15%, ενώ στην Ιρλανδία είναι 12,4%.

Ενδιαφέρουσα παρατήρηση γίνεται και για τα έσοδα που αποδίδονται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Στην Ελλάδα αντιστοιχούν στο 0,9% των συνολικών φορολογικών εσόδων, όταν οι σκανδιναβικές χώρες αποδίδουν πάνω από το 20%. H Ελλάδα είναι επίσης το κράτος-μέλος της Ε. Ε. με το χαμηλότερο συντελεστή φορολόγησης εισοδήματος από επενδύσεις χαρτοφυλακίου και επιχειρηματικών εσόδων.

Συνδυασμοί

Συγκρίνοντας τα φορολογικά συστήματα στις χώρες της Ε. Ε. στη βάση οικονομικών λειτουργιών (κατανάλωση, εργασία και κεφάλαιο), οι σκανδιναβικές χώρες φαίνεται πως επιλέγουν ένα μείγμα φορολογικής πολιτικής, το οποίο συνδυάζει σημαντική φορολογική επιβάρυνση επί της κατανάλωσης με σημαντική φορολόγηση της εργασίας (για εργοδότες και εργαζομένους). Οι αγγλοσαξονικές χώρες (Ην. Βασίλειο και Ιρλανδία) επιλέγουν επίσης σημαντική φορολογική επιβάρυνση της κατανάλωσης σε συνδυασμό με μέτρια φορολόγηση της εργασίας για τους εργαζομένους και χαμηλή φορολόγηση εργοδοτών. Οι κεντροευρωπαϊκές χώρες της Ε. Ε. συνδυάζουν χαμηλή φορολόγηση κατανάλωσης και υψηλή επιβάρυνση εργασίας. Εξαίρεση μπορεί να θεωρηθεί η Γαλλία, η οποία επιβάλλει υψηλή επιβάρυνση εργοδοτών. Οι μεσογειακές χώρες επιβαρύνουν συγκριτικά λιγότερο την κατανάλωση.

Ασφαλιστικές εισφορές

Το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί σημαντική συνιστώσα του μη μισθολογικού κόστους εργασίας. Στοχεύοντας στην αύξηση της ζήτησης αλλά και της προσφοράς εργασίας και την επακόλουθη αύξηση της απασχόλησης, τα κράτη-μέλη έχουν κατά μέσον όρο προχωρήσει σε μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Η Δανία, η Ιρλανδία και το Ην. Βασίλειο χαρακτηρίζονται από σημαντικά χαμηλότερες του μέσου όρου της Ε.Ε. ασφαλιστικές εισφορές ως ποσοστό του ΑΕΠ. Στον αντίποδα βρίσκονται μεγάλες οικονομίες όπως είναι η Γαλλία και η Γερμανία, ενώ στην Ελλάδα οι ασφαλιστικές εισφορές είναι κάτω του μέσου όρου της Ε.Ε. (12,1%).

– Ολη η μελέτη στο www. kathimerini. gr