ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φόροι υπέρ τρίτων ή υπέρ της απασχόλησης…

Φόροι κατάλοιπα μιας άλλης εποχής, κοινωνικά άδικοι, με τεράστια αδιαφάνεια που επιβαρύνουν το κοινωνικό σύνολο σε ετήσια βάση με ένα δισ. ευρώ, «καλούνται» να αποσυρθούν και να αποτελέσουν το κοινωνικό μέρισμα της κυβέρνησης γι’ αυτούς που επλήγησαν τα τελευταία χρόνια από την προσπάθεια εξυγίανσης των δημοσιονομικών μεγεθών.

Πρόκειται για τους φόρους υπέρ τρίτων που θεσμοθετήθηκαν τη δεκαετία του 1920, με στόχο την οικονομική ενισχυση οργανισμών, νομικών προσώπων ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, συνταξιοδοτικά ταμεία, ιδρύματα δημόσια και ιδιωτικά.

Ωστόσο, μετά την έλευση 80 χρόνων το ελληνικό Δημόσιο δεν γνωρίζει την έκτασή τους. Αρκετοί από αυτούς εμφανίζονται στον προϋπολογισμό, αλλά οι περισσότεροι εισπράττονται απευθείας από τους φορείς και τους οργανισμούς, με αποτέλεσμα να παραμένουν στην αφάνεια. Καμία καταγραφή, όπως αναφέρεται στην έκθεση της Επιτροπής Γεωργακόπουλου, απ’ όσες έγιναν μέχρι σήμερα δεν είναι πλήρης, ενώ ο αριθμός τους αυξάνεται συνεχώς (φθάνοντας τις 1.000), λόγω του επηρεασμού που ασκείται από διάφορες ομάδες πίεσης.

Οι περισσότεροι φόροι υπέρ τρίτων δεν έχουν καμία ανταποδοτικότητα ή έχουν μόνο για κλειστές κοινωνικές ομάδες, τις οποίες επιδοτεί το σύνολο της κοινωνίας. Γι’ αυτόν τον λόγο, άλλωστε, η Ευρωπαϊκή Ενωση ζητά από τις ελληνικές κυβερνήσεις την κατάργησή τους, με την αιτιολογία ότι αντιβαίνουν την κοινοτική νομοθεσία. Αντίθετα, μπορούν να διατηρηθούν όσοι έχουν ανταποδοτικά οφέλη. Οι υπόλοιποι που διακρίνονται για την αρνητική ανακατανομή του εισοδήματος μπορούν, ωστόσο, να μετατραπούν σε φόρους υπέρ ολίγων. Ετσι και αλλιώς μία από τις σκέψεις του οικονομικού επιτελείου είναι κάποιοι από τους φόρους υπέρ τρίτων να διατηρηθούν και να εισράττονται από το ελληνικό Δημόσιο και να κατανέμονται ανάλογα με τις ανάγκες των φορέων και των οργανισμών. Η θέση αυτή ενέχει τον κίνδυνο οι πόροι να κατευθυνθούν για την εξυπηρέτηση διαφόρων δανειακών αναγκών ακόμα και πελατειακών σχέσεων.

Ουδείς όμως θα είχε αντίρρηση, οι εν λόγω πόροι να διατεθούν για την ενίσχυση κοινωνικών ομάδων που ζουν στα όρια της φτώχειας. Να θεσμοθετηθεί και στην Ελλάδα αυτό που ισχύει σε όλες της χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Οι φόροι υπέρ τρίτων να συνεχίζουν να εισπράττονται και να αποδίδονται στους πραγματικούς δικαιούχους.

Σε πρώτη φάση μπορούν να ενισχυθούν 300.000 πολιτές που ζουν στα όρια της φτώχειας, ενώ το κόστος του προϋπολογισμού θα φθάσει περί τα 500 εκατ. ευρώ.

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, ο δείκτης φτώχειας στην Ελλάδα ανέρχεται στο 20,7%. Τόσο είναι δηλαδή το ποσοστό των Ελλήνων που έχουν εισόδημα χαμηλότερο από αυτό που καθορίζεται ως όριο φτώχειας. Το ποσοστό των ατόμων που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας (5.716,80 ευρώ) φτάνει το 31,2% στους ανέργους, με δεύτερη υψηλή ομάδα κινδύνου τους συνταξιούχους, από τους οποίους το ποσοστό εκείνων που ζουν κάτω από το όριο φτώχειας αντιστοιχεί στο 25,7%.