ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Να καταργηθούν οι εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων

Για το κοινωνικοασφαλιστικό χρειάζονται ριζοσπαστικές και γενναίες λύσεις, όχι μπαλώματα στην υπάρχουσα δομή του συστήματος. Δεν χωρούν ημίμετρα, κυρίως για τις συντάξεις που αυξάνουν αλματωδώς (1.637.297 συνταξιούχοι το 1984 – 2.217.895 το 2006), αλλά και για τις άλλες παροχές κοινωνικής προστασίας (για ασθένεια, για ανεργία, για αναπηρία κ.λπ.).

Δύο πάντως στοιχεία που οπωσδήποτε είναι αναγκαίο να καταγραφούν σε απόλυτους αριθμούς και σε ποσοστό του ΑΕΠ, είναι τα ακόλουθα: Πρώτον: τι καταβάλλει ήδη ετησίως ο κρατικός προϋπολογισμός και τι δεσμεύσεις έχει αναλάβει για απευθείας παροχές, αλλά και για επιχορηγήσεις για την κάλυψη των ελλειμμάτων για τη λειτουργία του υπάρχοντος κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος. Και δεύτερον: σε τι ύψος ανέρχονται οι πάσης φύσεως εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων για την κοινωνική ασφάλιση.

Ας σημειωθεί ότι ο νομπελίστας καθηγητής Sarp πρόσφατα και παλαιότερα οι καθηγητές του London School of Economics Titmuss και Abel – Smith τόνισαν ότι οι εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών λειτουργούν ως φόρος στην εργασία, εμποδίζουν τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και αναστέλλουν την οικονομική ανάπτυξη, ενώ και οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι θεωρούν τις εισφορές de facto φορολογική επιβάρυνση. Ο κ. Πολυζωγόπουλος παρουσιάζοντας τη μελέτη της ΓΣΕΕ για το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ δήλωσε πέρυσι στις 12 Απριλίου ότι με την υπάρχουσα εισφοροδιαφυγή 20% και πέραν της ήδη υπάρχουσας δέσμευσης του κράτους καταβολής του ΙΚΑ ετησίως 1% του ΑΕΠ και για αύξηση αυτού του ποσοστού ανά πενταετία, θα χρειαστεί πρόσθετο 1,4% του ΑΕΠ, δηλαδή 2,4% συνολικά του ΑΕΠ κρατική επιχορήγηση προς το ΙΚΑ για να εξασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητά του, και εφόσον καταβληθούν προς αυτό τα ήδη οφειλόμενα 4,1 δισ. ευρώ από το Δημόσιο και 2,1 δισ. ευρώ από ιδιώτες. Επιπλέον, προτάθηκε η δημιουργία ενός «αποθεματικού κοινωνικής ασφαλίσεως» με πόρους από μια νέα πρόσθετη φορολογία. Υπολογίστηκε επίσης ότι με εισφοροδιαφυγή 20% μειώνεται η βιωσιμότητα του ΙΚΑ κατά επτά έτη.

Οταν δηλαδή χρειαζόμαστε μόνο για τις ανάγκες του ΙΚΑ 2,4% του ΑΕΠ από τον κρατικό προϋπολογισμό, πόσα ακόμα θα απαιτηθούν για τις υπόλοιπες ανάγκες του κοινωνικοασφαλιστικού μας συστήματος; Υπολογίζεται ότι το 2006 ο κρατικός προϋπολογισμός θα εκταμιεύσει («Καθημερινή» 17/8/2006) 7.588 δισ. ευρώ για επιχορηγήσεις και κάλυψη ελλειμμάτων των ασφαλιστικών ταμείων, όπως ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΝΑΤ, ΤΕΒΕ κ.λπ.

Είναι λοιπόν προφανές ότι ένα μεγάλο μέρος των δαπανών του συνολικού κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος καλύπτεται ήδη από τον κρατικό προϋπολογισμό, με εισφοροδιαφυγή δε να κυμαίνεται στο 20%, χρειάζεται σημαντικότατη εκταμίευση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καλυφθούν τα ελλείμματα.

Μήπως λοιπόν είναι προτιμότερο να καταργηθούν τελείως οι εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων, με αντίστοιχη μείωση των δαπανών λειτουργίας των υπηρεσιών που ασχολούνται με τις εισπράξεις των εισφορών και να αναλάβει πλήρως ο κρατικός προϋπολογισμός την καταβολή ενός βασικού επιπέδου συντάξεως για όλους τους πολίτες, όπως γίνεται σε άλλες χώρες, π.χ. Δανία. Αξίζει δε να μελετηθεί το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα της Δανίας και των άλλων σκανδιναβικών χωρών και να αντληθούν παραδείγματα.

Προτείνω να καταργηθούν τελείως οι εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών που ανέρχονται στο 38% του ημερομισθίου και το επιβαρύνουν εις βάρος των δυνατοτήτων απασχόλησης. Ας σημειωθεί ότι αυτές οι εισφορές είναι οι μεγαλύτερες στην Ευρώπη. Τα αποτελέσματα θα είναι να αυξηθούν τα εισοδήματα των εργαζομένων που δεν θα πληρώνουν εισφορές, οι επιχειρήσεις με την κατάργηση των εργοδοτικών εισφορών θα έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν νέες πρωτοβουλίες και να προβαίνουν μάλιστα σε νέες προσλήψεις με αντίστοιχη μείωση της ανεργίας, ενώ εξάλλου δεν θα υπάρχει θέμα εισφοροδιαφυγής.

Επίσης, όσοι θέλουν να έχουν επιπλέον σύνταξη από αυτή τη βασική που θα χορηγεί το κράτος σε όλους τους πολίτες θα μπορούν να κάνουν προσωπικές ρυθμίσεις, είτε σε επαγγελματικά ταμεία (δεύτερος πυλώνας) ή σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες (τρίτος πυλώνας).

Μάλιστα, αυτή η τάση θα πρέπει να ενθαρρυνθεί από το κράτος με διάφορα κίνητρα, φορολογικά και άλλα.

* Ο κ. Μάριος Ραφαήλ είναι ομ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς.