ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υπερδανεισμένα παγκοσμίως τα νοικοκυριά!

Μήπως τελευταία αισθάνεστε καταχρεωμένοι και σας αγχώνει η άνοδος των επιτοκίων; Αν ναι, τότε δεν είστε μόνοι. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε την τελευταία δεκαετία όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι αιτίες είναι πολλές και οι κίνδυνοι ακόμη περισσότεροι τόσο για τα ίδια τα νοικοκυριά όσο και για την οικονομία συνολικότερα. Ας δούμε, λοιπόν, πώς δημιουργήθηκε η θηλιά των χρεών και ποιες είναι οι συνολικές συνέπειες μιας κατάστασης που βιώνει ο καθένας ατομικά.

Χαμηλά η Ελλάδα

Τα νούμερα που παραθέτει ειδικό παράρτημα της τελευταίας έκθεσης για την παγκόσμια οικονομία του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ), προκαλούν ίλιγγο: ο δανεισμός των νοικοκυριών (στεγαστικά, καταναλωτικά κ.λπ. δάνεια, πιστωτικές κάρτες) ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε από περίπου 45% το 1985 στο 80% το 2005. Σε χώρες όπως η Δανία, η Ολλανδία, η Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία κινείται μεταξύ 100%-120% του ΑΕΠ. Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι αρκετά πιο ήπια, ωστόσο ο ρυθμός αύξησης είναι ταχύτατος και έχει αιφνιδιάσει ένα λαό που δεν ήταν συνηθισμένος να δανείζεται. Σύμφωνα με το τελευταίο οικονομικό δελτίο της Alpha Bank ανέβηκε από το 26,4% μόλις το 2003, στο 31,4% το 2004, στο 38,3% το 2005 και το 40,3% το φετινό Μάιο.

Παρά την εκρηκτική αύξηση των τελευταίων ετών ο δανεισμός των νοικοκυριών στην Ελλάδα παραμένει αρκετά χαμηλότερος απ’ όσο στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Το αντίστοιχο ποσοστό για τα νοικοκυριά της Ζώνης του Ευρώ ήταν 53% το 2003, 55,3% το 2004, 57,8% το 2005 και 59% τον περασμένο Μάιο.

Η σύγκριση κάνει τις ελληνικές τράπεζες να αισιοδοξούν ότι οι χορηγήσεις τους θα συνεχίσουν να διευρύνονται με την ταχύτητα των τελευταίων ετών για αρκετά χρόνια ακόμα, αν και για πολλούς λόγους πρόκειται για μια υπεραισιόδοξη και μάλλον μη ρεαλιστική εκτίμηση.

Η μεσαία τάξη

Πού οφείλεται ο παγκόσμιος υπερδανεισμός των νοικοκυριών; Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, στις ευνοϊκές χρηματοοικονομικές συνθήκες (δηλαδή τα χαμηλά επιτόκια) και την άνοδο των τιμών των ακινήτων σε συνδυασμό με τις «καινοτομίες από την πλευρά των τραπεζών που διευκόλυναν την πρόσβαση των χαμηλών εισοδημάτων στις πιστώσεις και μείωσαν τους περιορισμούς για όσους έκαναν αγορά πρώτης κατοικίας» (δηλαδή την απελευθέρωση της τραπεζικής αγοράς από τους κρατικούς ελέγχους που ίσχυαν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980).

Η άποψη του ΟΟΣΑ είναι φυσικά σωστή τεχνικά, αλλά θα πρέπει να σταθούμε λίγο πιο πίσω για να δούμε καλύτερα την εικόνα. Τώρα μπορούμε να ξαναδιατυπώσουμε την κατάσταση ως εξής: η ευημερία του παρόντος χρηματοδοτείται από μια τεράστια προεξόφληση του μέλλοντος. Στην ίδια περίοδο τα εισοδήματα της μεσαίας τάξης συμπιέστηκαν σημαντικά, άρα ο μόνος τρόπος να διατηρηθεί η ευημερία ήταν με δανεικά. Πρόκειται για μια μεγάλη ανισορροπία στο παγκόσμιο οικονομικό αλλά και κοινωνικό σύστημα. Ας ξαναδούμε την εικόνα από λίγο ακόμη πιο μακριά: η προτεραιότητα που δόθηκε παγκοσμίως στην σταθεροποιητική πολιτική (στην Ελλάδα εξειδικεύτηκε με το στόχο της ένταξης στο ευρώ), δηλαδή στην τισάθευση του πληθωρισμού, οδήγησε φυσιολογικά σε χαμηλότερα επιτόκια αλλά ταυτόχρονα, για να συμβεί αυτό, προϋπέθετε τη συμπίεση των εισοδημάτων της μεσαίας τάξης. Πώς θα μπορούσε να το δεχτεί αυτό η μεσαία τάξη; Κατ’ αρχήν με μια μεγάλη αλλαγή στο πεδίο της πολιτικής ιδεολογίας, αυτήν που συνέβη τις δύο τελευταίες δεκαετίες.

Αλλά υλοποιήθηκε με δύο πιο τεχνικούς τρόπους: πρώτον, με το δανεισμό που επέτρεψε τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου με ταχύτερο ρυθμό από τη βελτίωση των εισοδημάτων και δεύτερον, με την αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή με την ψευδαίσθηση του πλουτισμού μέσω υπεραξιών και όχι μέσω εισοδημάτων. Τόσο η αύξηση του δανεισμού όσο και οι «φούσκες» των αξιών τροφοδοτούνται από τα χαμηλά επιτόκια.

Είχαμε δηλαδή ένα είδος αυτοτροφοδοτούμενου κύκλου, όπου τα χαμηλά επιτόκια δημιουργούσαν από μόνα τους τις συνθήκες ώστε να μπορούν να είναι χαμηλά. Η παγκοσμιοποίηση και το φαινόμενο της Κίνας επέτρεψαν παράλληλα τις τιμές των προϊόντων να μείνουν χαμηλές: χαμηλός ο πληθωρισμός αλλά υψηλές οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων. Με αυτά και με αυτά, η τελευταία δεκαπενταετία ήταν η χρυσή εποχή των τραπεζών: θα χρειαζόταν εκπληκτική ανικανότητα για να μη βγάλει μια τράπεζα πολύ μεγάλα κέρδη σε αυτές τις συνθήκες.

Πολιτική διέξοδος σε μια ενδεχόμενη κρίση

Είναι διατηρήσιμη αυτή η κατάσταση ή θα οδηγήσει σε κρίση; Αυτό θα εξαρτηθεί, απαντά ο διεθνής οργανισμός, από τις εξελίξεις στα επιτόκια, την αξία των περιουσιακών στοιχείων (ιδίως των κατοικιών) και τα εισοδήματα. Για παράδειγμα, λέει ο ΟΟΣΑ, μια απροσδόκητα υψηλή αύξηση των επιτοκίων θα οδηγούσε σε αύξηση του ποσοστού του εισοδήματος που κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του δανεισμού. Το κόστος εξυπηρέτησης του δανεισμού ποικίλλει από χώρα σε χώρα και ανάλογα με το επίπεδο του εισοδήματος. Γενικά γύρω στο 20% του εισοδήματος των νοικοκυριών φεύγει για τοκοχρεολύσια, αλλά το ποσοστό είναι υψηλότερο για τα χαμηλότερα εισοδήματα.

Παγκοσμίως, οι τράπεζες έχουν σπρώξει τα νοικοκυριά σε δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου και όχι σταθερού, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Συνεπώς αύξηση των επιτοκίων σημαίνει αύξηση της δόσης του δανείου. Η συνακόλουθη μείωση της κατανάλωσης δεν θα μπορεί να χρηματοδοτηθεί με περαιτέρω δανεισμό καθώς τα νοικοκυριά είναι ήδη υπερδανεισμένα. Ο ΟΟΣΑ αποφεύγει να πει την «κακιά» λέξη, αλλά μια μεγάλη κρίση βρίσκεται στον ορίζοντα.

Στην πραγματικότητα θα χρειαστούν πολύ λιγότερα από μια «απροσδόκητα υψηλή αύξηση των επιτοκίων». Αλλά από μια άποψη δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας. Η κατάσταση δημιουργήθηκε με πολιτικούς όρους και αν και όταν προκύψει κρίση με τέτοιους όρους θα λυθεί.