ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΘΕΑΤΗ ΟΨΗ

Η πρόσφατη κινητικότητα στον χώρο των τραπεζών αποδεικνύει ότι τίποτε -ή έστω πολύ λίγα- στον κόσμο των επιχειρήσεων γίνονται τυχαία.

Οι τράπεζες έχουν εισέλθει σε έναν μακρόχρονο και εντυπωσιακό ανταγωνισμό επίδειξης υψηλής ανάπτυξης και κερδοφορίας. Λειτουργώντας σε οικονομικό περιβάλλον που ούτως ή άλλως διευκόλυνε τα θετικά αποτελέσματα (τα επιτόκια ανεβαίνουν διευκολύνοντας τη διεύρυνση του spread, οι άνθρωποι δανείζονται ολοένα και περισσότερο, τα ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών στα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή αποδίδουν μεγάλες υπεραξίες κ.λπ.) κατέφυγαν ακόμα και σε λογιστικές «ενέσεις» προκειμένου τα κέρδη να φαίνονται ακόμη περισσότερα.

Η συμπεριφορά αυτή δείχνει αρχικά «αυτοκτονική». Η επίδειξη πλούτου με τέτοιο εξόφθαλμο τρόπο δημιούργησε κακούς συνειρμούς σε μια σειρά από κοινωνικές ομάδες.

Πρώτον, σύσσωμη η κοινωνία έχει πεισθεί ότι οι τράπεζες δημιουργούν υπερκέρδη, άρα εξαπατούν τους πελάτες τους χρεώνοντας ακριβά υπηρεσίες που θα έπρεπε να είναι φθηνότερες. Στην αντίληψη αυτή συνεπικουρεί και το γεγονός ότι η «ψαλίδα» μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων προς όφελος των τραπεζών είναι η μεγαλύτερη στην Ευρώπη και διευρύνεται παραδοσιακά.

Δεύτερον, οι καταθέτες αντιδρούν άσχημα στα χαμηλά επιτόκια καταθέσεων τα οποία απολαμβάνουν και ζητούν περισσότερα προϊόντα, υψηλότερων αποδόσεων σε συντομότερο χρόνο. Γίνεται; Προφανώς όχι, αλλά πώς να πεισθεί κάποιος όταν βλέπει την τράπεζά του να κερδίζει 50% ή και 100% μέσα σε εννέα μήνες;

Τρίτον, οι δανειολήπτες από τη δική τους πλευρά πιέζουν για περισσότερες διευκολύνσεις. Το σκεπτικό τους είναι απλό: Εφόσον ο τραπεζικός κλάδος πηγαίνει τόσο καλά, είναι εύλογο οι τράπεζες να «οφείλουν» να στηρίξουν τις επιχειρήσεις που αναγκάζονται να δανειστούν. Οσοι δανειολήπτες δεν μπορούν να πληρώνουν τη δόση του δανείου τους αρχίζουν να μη στενοχωριούνται για την αδυναμία τους αυτή. Αλλωστε, οι τράπεζες «έχουν λεφτά».

Τέταρτον, οι ίδιοι οι εργαζομενοι στις τράπεζες εξαγριώνονται ζητώντας μεγαλύτερες αυξήσεις. Και έχουν δίκιο. Πριν από περίπου δύο δεκαετίες οι τραπεζοϋπάλληλοι ήταν από τους πιο καλοπληρωμένους στον ιδιωτικό τομέα, απολάμβαναν προνόμια, επιδόματα και καλή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Τώρα η εικόνα είναι τελείως αντίθετη. Οι περισσότεροι αμείβονται με χαμηλούς μισθούς, ενώ η αυτοματοποίηση των τραπεζικών εργασιών αφήνει μικρά περιθώρια για κάθε είδους πρωτοβουλίες.

Γιατί, λοιπόν, επικρατεί αυτός ο φαινομενικός παραλογισμός;

Μα, απλούστατα, οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών ετοιμάζονται για τον δεύτερο μεγάλο κύκλο συγχωνεύσεων και εξαγορών. Και στη διάρκεια της προετοιμασίας αυτής επιδιώκουν να δείχνουν όσο πιο εύρωστες μπορούν, προκειμένου είτε να δυσκολέψουν τις επιθετικές προσπάθειες εξαγοράς είτε να αποτελέσουν ελκυστικό στόχο και να αποσπάσουν μεγαλύτερο τίμημα από εκείνους με τους οποίους θα συμφωνήσουν να συγχωνευθούν.

Αλλωστε, όπως σημειώνουν ανώτατα τραπεζικά στελέχη, οι εγωισμοί σε αυτό το επίπεδο διοίκησης είναι τεράστιοι. Κανένας από τους σημερινούς μεγάλους τραπεζίτες δεν θέλει να φανεί αδύναμος ούτε, φυσικά, να χάσει τα κοινωνικά προνόμια που συνάδουν με τη θέση του.

Ομως, η τακτική του «φουσκώματος» στα αποτελέσματα των τραπεζών έχει ένα τέλος. Και το τέλος αυτό, αν όντως την περίοδο που διανύουμε εκκινούν οι διαδικασίες ανακατάταξης του τραπεζικού κλάδου, δεν βρίσκεται μακριά. Οι υπεραξίες που θα καταγραφούν, αν καταγραφούν, δεν αναμένεται σχεδόν από κανέναν ότι θα είναι εντυπωσιακές. Το παράδειγμα της πώλησης της Εμπορικής στην Credit Agricole είναι χαρακτηριστικό.

Οσοι περιμένουν, λοιπόν, ότι η πολιτική της εμφάνισης υπερκερδών από τις τράπεζες -ή από οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση- θα διαρκέσει για πάντα, πλανώνται.