ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το αμφίβολο μέλλον μιας φορολογικής μεταρρύθμισης χωρίς πολιτική συναίνεση

Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης / Βουλευτής της Ν.Δ., μέλος της διαρκούς επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής

Δεν καταβαλλουν στο ελληνικό Δημόσιο φόρο εισοδήματος περίπου 3 εκατομμύρια φορολογούμενοι που βρίσκονται κάτω από το αφορολόγητο όριο. Αυτό ίσχυε και πριν από την τελευταία φορολογική μεταρρύθμιση. Απ’ ό,τι φαίνεται οι αλλαγές που επέρχονται από το νέο έτος δεν τους αφορούν. Τελικά για ποιους γίνεται η μεταρρύθμιση;

Βασική προτεραιότητα του νέου φορολογικού νομοσχεδίου είναι η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης που δρομολογήθηκε τα δύο προηγούμενα χρόνια, με άξονα την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και την εμπέδωση της φορολογικής δικαιοσύνης. Ο νέος φορολογικός νόμος αφορά άμεσα τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους εμπόρους καθώς προβλέπονται σημαντικές αυξήσεις των αφορολόγητων ποσών. Θα σημείωνα μάλιστα ότι αποτυπώνει με ξεκάθαρο τρόπο και τον κοινωνικό χαρακτήρα της εισοδηματικής μας πολιτικής καθώς περιλαμβάνει γενναίες ρυθμίσεις για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, με πρόσθετες απαλλαγές και επιδοτήσεις, στήριξη των επιχειρήσεων που προσλαμβάνουν ΑΜΕΑ κ.ά. Θεωρώ δε, ότι η φορολογική πολιτική που θα ακολουθηθεί το 2007 θα καταρρίψει και τα τελευταία επιχειρήματα των επικριτών μας. Θα θυμάστε, ασφαλώς, ότι με τις αλλαγές στους ελεγκτικούς μηχανισμούς η αξιωματική αντιπολίτευση μας εγκαλούσε για διάλυση των εισπρακτικών μηχανισμών. Τώρα που όλοι οι επιμέρους δείκτες εξέλιξης της πορείας των εσόδων κινούνται εντός των στόχων που έχουν τεθεί από τον Προϋπολογισμό του 2006 (αυξήθηκαν κατά 8,9% έναντι ετήσιου στόχου 8,6%), πέρασαν στο άλλο άκρο και μας εγκαλούν για φορολογική επιδρομή αγνοώντας τις σημαντικές βελτιώσεις.

Οι μειώσεις των συντελεστών φορολόγησης των επιχειρήσεων ήταν ιδιαίτερα σημαντικές και γενναίες. Ωστόσο, τα ποσά που εξοικονόμησαν οι επιχειρήσεις μέσω της μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης δεν κατευθύνθηκαν σε παραγωγικές επενδύσεις. Τι πρέπει να αλλάξει ώστε τα αναπτυξιακά κίνητρα που προσφέρουν οι κυβερνήσεις να αποτυπώνονται στην οικονομία;

Θα διαφωνήσω με αυτήν την άποψη. Ειδικά για την προσέλκυση και δημιουργία επενδύσεων η κυβέρνηση ακολουθεί μια συνδυασμένη πολιτική (φορολογικό σύστημα – επενδυτικός νόμος) που ήδη έχει καταγράψει σημαντικά αποτελέσματα. Το 2006 ήταν μία χρονιά-ρεκόρ για τις επενδύσεις. Στους 20 μήνες της εφαρμογής του νόμου 3299/2004 που άρχισε να εφαρμόζεται από τον Μάρτιο του 2005 και μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου 2006 έχουν υποβληθεί στις υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και στις Περιφέρειες 4.236 επενδυτικά σχέδια συνολικού ύψους 10,7 δισ. ευρώ και έχουν εγκριθεί 2.260 επενδυτικά σχέδια ύψους 3,4 δισ. ευρώ, τα οποία δημιουργούν 10.187 νέες άμεσες θέσεις εργασίας και πολλές περισσότερες έμμεσες. Η αποτελεσματικότητα του ισχύοντος επενδυτικού νόμου φαίνεται και από τη σύγκριση με το νόμο που εφαρμόσθηκε την περίοδο 1998-2004. Συγκεκριμένα, ο μέσος ετήσιος όρος των αιτήσεων που υποβλήθηκαν με τον ισχύοντα νόμο είναι 2.542 έναντι 682 με τον παλαιό νόμο (ποσοστό αύξησης 273%). Παράλληλα, οι άμεσες ξένες επενδύσεις στη χώρα τον τελευταίο χρόνο ξεπέρασαν τα 3,5 δισ. ευρώ. Η διαφορά στον τομέα αυτό είναι συντριπτική αν αναλογιστεί κανείς ότι τα τελευταία χρόνια των προηγούμενων κυβερνήσεων οι άμεσες ξένες επενδύσεις δεν ξεπερνούσαν το «ιλιγγιώδες» ποσό των 52 εκατ. ευρώ.

Τα συγκεκριμένα στοιχεία μάς δείχνουν μια σαφέστατη στροφή στο επενδυτικό κλίμα που επικρατεί στη χώρα. Σήμερα, λοιπόν, ο ανασχετικός παράγων για την πραγματοποίηση επενδύσεων δεν είναι ούτε το φορολογικό ούτε το αναπτυξιακό πλαίσιο. Απουσιάζει ο χωροταξικός σχεδιασμός που ελπίζουμε ότι θα προωθήσουμε το 2007. Επίσης, ανασταλτικός παράγων είναι και η γραφειοκρατία, η οποία παρά τις θεσμικές παρεμβάσεις που έχουν γίνει δεν συμβάλλει στη ραγδαία κάμψη της επενδυτικής αγκύλωσης.

Πολλή συζήτηση γίνεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Πόσο εφικτή είναι η καθιέρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και κατά πόσο το κόμμα σας είναι πρόθυμο να το θεσπίσει την επόμενη τετραετία;

Εμείς δεν πρόκειται να υποσχεθούμε κάτι τόσο σοβαρό εάν δεν είμαστε απόλυτα σίγουροι ότι μπορούμε να το πράξουμε. Το επισημαίνω αυτό γιατί οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν πολιτικά παιχνίδια με το θέμα αυτό. Το υποσχέθηκαν, δεν το υλοποίησαν και τώρα με περισσή ανευθυνότητα ζητούν να συμπεριληφθεί στη Συνταγματική Αναθεώρηση, αδιαφορώντας για τις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας. Προσωπικά δεν είμαι αντίθετος με την υιοθέτησή του εφόσον το επιτρέπουν τα δημόσια οικονομικά. Οφείλουμε όμως να σημειώσουμε ότι η κυβέρνηση έχει επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα για την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Οπως γνωρίζετε, το 2000 το αφορολόγητο όριο βρισκόταν για τους μισθωτούς στις 10.000 ευρώ. Εχουμε, δηλαδή, μέσα στα τελευταία τρία χρόνια μια διεύρυνση κατά 20% του αφορολογήτου, το οποίο σαφώς είναι πολύ πάνω από τον πληθωρισμό. Παράλληλα, με την αύξηση του ΕΚΑΣ κατά 35 ευρώ και των συντάξεων του ΟΓΑ κατά 50 όπως και με την επιστροφή του ΛΑΦΚΑ δίνουμε περισσότερα σε αυτούς που σήμερα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

Οι ειδικοί λογαριασμοί παραμένουν η αχίλλειος πτέρνα του προϋπολογισμού. Τι πρέπει να αλλάξει στο αδιαφανές αυτό καθεστώς;

Οι ειδικοί λογαριασμοί υπάρχουν για να καλύπτονται ανάγκες που δεν μπορούν να τηρήσουν τις αρχές του δημόσιου λογιστικού. Είναι αλήθεια ότι οι ειδικοί λογαριασμοί δεν εξυπηρετούν πάντα τους σκοπούς για τους οποίους συστήθηκαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι επί της προηγούμενης διακυβέρνησης υπερβολικές δαπάνες καλύφθηκαν μέσα από τους ειδικούς λογαριασμούς τόσο του υπουργείου Εξωτερικών αλλά και του υπουργείου Πολιτισμού. Σήμερα, η κατάσταση έχει σημαντικά βελτιωθεί. Βέβαια, η κατάργηση των ειδικών λογαριασμών θα συμβάλει στη διαφάνεια, αλλά σίγουρα δεν πρόκειται να μειώσει τα ελλείμματα.

Στο φορολογικό νόμο που ψηφίστηκε στη Βουλή προβλέπεται η αύξηση σε δέκα χρόνια από πέντε χρόνια που ισχύει σήμερα του δικαιώματος του Δημοσίου να ελέγχει τις επιχειρήσεις. Πότε επιτέλους θα έχουμε ένα σταθερό φορολογικό σύστημα που δεν θα ανατρέπει τον προγραμματισμό των φορολογούμενων;

Είναι αλήθεια ότι ο τόπος έχει ανάγκη από ένα σταθερό φορολογικό σύστημα. Πάντως, δεν είναι ακριβές ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί μπορούν να κάνουν έλεγχο σε όλη την προηγούμενη δεκαετία. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν διαπιστωθεί ύπαρξη έκδοσης πλαστών τιμολογίων. Η απόφαση αυτή βασίζεται στην ολιγωρία των εισπρακτικών μηχανισμών αλλά και στη διάθεση για πάταξη της φοροδιαφυγής. Δικός μας στόχος είναι η συνολική μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων και η πάταξη της φοροδιαφυγής. Με την υλοποίηση αυτών των στόχων πιστεύω ότι θα πρέπει οι διατάξεις αυτές να καταργηθούν. Σε κάθε περίπτωση αυτές οι πρακτικές πρέπει να έχουν περιορισμένη χρονική ισχύ.

Απόστολος Φωτιάδης / Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, πρώην υφυπουργός Οικονομικών

Περιπου 3 εκατομμύρια φορολογούμενοι που βρίσκονται κάτω από το αφορολόγητο όριο δεν καταβάλλουν στο ελληνικό Δημόσιο φόρο εισοδήματος. Αυτό ίσχυε και πριν από την τελευταία φορολογική μεταρρύθμιση. Απ’ ό,τι φαίνεται, οι αλλαγές που επέρχονται από το νέο έτος δεν τους αφορούν. Τελικά για ποιους γίνεται η μεταρρύθμιση;

Κατ’ αρχήν διαφωνώ με τη χρήση από τον υπουργό του όρου μεταρρύθμιση. Ολες οι αλλαγές που έγιναν τα τελευταία χρόνια απορρύθμισαν το φορολογικό σύστημα και αποτελούν οπισθοδρόμηση. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω την κατάργηση από την παρούσα κυβέρνηση ρυθμίσεων που θεσμοθετήθηκαν με συναίνεση όλων των κοινωνικών φορέων και τη σύμφωνη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, όπως ο λογιστικός προσδιορισμός των εισοδημάτων χωρίς τη χρήση Μοναδικών Συντελεστών Καθαρού Κέρδους, Συνάφειας «αντικειμενικών κριτηρίων» (άδικα όλα για τον φορολογούμενο), τον περιορισμό της παραγραφής του δικαιώματος ελέγχου σε τρία κατ’ αρχήν χρόνια, του point system και άλλων. Δεν αποτελεί, ασφαλώς, φορολογική μεταρρύθμιση η απλή αλλαγή του συντελεστή φορολογίας.

Θα συμφωνήσω μαζί σας ότι η πλειονότητα των φορολογουμένων δεν θα κερδίσει τίποτε από τη μείωση των συντελεστών και την αλλαγή των κλιμακίων. Ετσι κι αλλιώς, οι δύο στους τρεις φορολογούμενους δεν πλήρωναν καθόλου φόρο εισοδήματος. Με τη νέα ρύθμιση οι φορολογούμενοι με ατομικό εισόδημα ετησίως μέχρι 23.000 ευρώ θα πληρώσουν μεγαλύτερο φόρο. Ομως, η λεγόμενη μεταρρύθμιση αφορά όλους τους Ελληνες, αφού θα κληθούν να καταβάλουν για το 2007 επιπλέον φόρους 3,3 δισ. ευρώ. Από αυτήν, σύμφωνα με όσα ο προϋπολογισμός προβλέπει, μόνον τα 100 εκατ. ευρώ θα καταβάλουν οι επιχειρήσεις. Δηλαδή το 99,7% των πρόσθετων φόρων που προβλέπεται να εισπραχθούν το 2007 θα καταβληθούν από μισθωτούς και συνταξιούχους και φυσικά εν γένει πρόσωπα και μόνον το 0,3% θα καταβάλουν οι επιχειρήσεις. Το 2006, τα φυσικά πρόσωπα πλήρωσαν κατά 10% περισσότερους φόρους, σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις που πλήρωσαν 5% λιγότερο.

Οι μειώσεις των συντελεστών φορολόγησης των επιχειρήσεων ήταν ιδιαίτερα σημαντικές και γενναίες. Ωστόσο τα ποσά που εξοικονόμησαν οι επιχειρήσεις μέσω της μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης δεν κατευθύνθηκαν σε παραγωγικές επενδύσεις. Τι πρέπει να αλλάξει ώστε τα αναπτυξιακά κίνητρα που προσφέρουν οι κυβερνήσεις να αποτυπώνονται στην οικονομία;

Ουσιαστικά δεν πρόκειται για κίνητρο υπέρ των επιχειρήσεων, αλλά σκανδαλώδης εύνοια υπέρ των επιχειρηματιών, αφού μειώθηκε η φορολογία των διανεμομένων κερδών, δηλαδή δόθηκε κίνητρο στους μεγαλομετόχους για οικονομική αφαίμαξη των επιχειρήσεών τους, πληρώνοντας λιγότερους φόρους για τα κέρδη που θα βάλουν στην τσέπη τους. Αναπτυξιακό κίνητρο θα αποτελούσε η μείωση ή ακόμα και η κατάργηση της φορολογίας των κερδών, εφόσον, όμως, αυτά επενδύονται από τη συγκεκριμένη επιχείρηση και δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας. Με τη μείωση των συντελεστών φορολόγησης των επιχειρήσεων η κυβέρνηση χαρίζει στους μεγαλομετόχους 2 δισ. ευρώ ετησίως, ποσό μαμούθ, έξι φορές μεγαλύτερο από το ποσό του επιδόματος θέρμανσης που αρνήθηκε να χορηγήσει.

Πολλή συζήτηση γίνεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Πόσο εφικτή είναι η καθιέρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και κατά πόσο το κόμμα σας είναι πρόθυμο να το θεσπίσει την επόμενη τετραετία;

Η χώρα μας έχει κάνει μεγάλα οικονομικά άλματα. Τα τελευταία δέκα χρόνια το ΑΕΠ αυξάνει κατά μέσο όρο 4%, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η αύξηση, όμως, του εθνικού πλούτου δεν κατανέμεται πάντοτε δίκαια. Τα χρόνια των κυβερνήσεων Σημίτη, κάθε χρόνο 1 τρισ. δρχ. διετίθετο για πακέτα κοινωνικών παροχών. Σήμερα τα ποσά αυτά δίνονται σε δέκα χιλιάδες οικογένειες μεγαλομετόχων και τραπεζιτών.

Κατά τη γνώμη μου, είναι δυνατή η σταδιακή καθιέρωση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Το κόμμα μου πρότεινε να συμπεριληφθεί στη συνταγματική μεταρρύθμιση διάταξη για πρόβλεψη ελάχιστου εγγυημένου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης, δηλαδή ενός ελάχιστου επιπέδου ποιότητας ζωής που αποτελεί προστασία πολύ ευρύτερη από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Πιστεύω ότι αυτό είναι δυνατό αν γίνει δικαιότερη η κατανομή του εθνικού πλούτου στη χώρα μας.

Οι ειδικοί λογαριασμοί παραμένουν η αχίλλειος πτέρνα του προϋπολογισμού. Τι πρέπει να αλλάξει στο αδιαφανές αυτό καθεστώς;

Η σταδιακή δημιουργία ειδικών λογαριασμών διαχρονικά εξυπηρετούσε συγκεκριμένες ανάγκες των καιρών που δεν μπορούσαν διαφορετικά να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Ολοι μας συμφωνούμε ότι ορθότερο είναι να καταργηθούν. Η προηγούμενη κυβέρνηση κατάργησε πολλούς από αυτούς. Αποψή μου υπήρξε και εξακολουθεί να παραμένει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν ειδικοί λογαριασμοί χωρίς απόλυτα διαφανείς διαδικασίες διαχείρισής τους. Ολοι οι λογαριασμοί θα πρέπει να ενσωματωθούν στον κρατικό προϋπολογισμό και οι ανάγκες που εξυπηρετούν, εφ’ όσον κριθούν αναγκαίες, να εξυπηρετούνται από κωδικούς του προϋπολογισμού. Δεν είναι, όμως, απόλυτα ορθό ότι με την αλλαγή αυτή θα αυξηθούν τα έσοδα του προϋπολογισμού.

Στο φορολογικό νόμο που ψηφίστηκε στη Βουλή προβλέπεται η αύξηση σε δέκα χρόνια, από πέντε χρόνια που ισχύει σήμερα, του δικαιώματος του Δημοσίου να ελέγχει τις επιχειρήσεις. Πότε επιτέλους θα έχουμε ένα σταθερό φορολογικό σύστημα που δεν θα ανατρέπει τον προγραμματισμό των φορολογούμενων;

Ενα σταθερό φορολογικό σύστημα είναι το διαρκές αίτημα φορέων και φορολογουμένων. Κάναμε στο παρελθόν πολύ μεγάλη προσπάθεια για μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος. Συστήσαμε την περίφημη επιτροπή Γεωργακόπουλου με τη συμμετοχή 50 τεχνοκρατών και επιστημόνων που κατέθεσε μετά σοβαρή και επίπονη δουλειά το πόρισμά της. Συζητήσαμε την πρόταση με όλους τους φορείς και μαζί τους συντάξαμε το κείμενο της φορολογικής μεταρρύθμισης. Η σημερινή κυβέρνηση κατάργησε αυτά που συμφωνήθηκαν και χειροκροτήθηκαν από όλους τους φορείς και επανέφερε προηγούμενες ρυθμίσεις που καταγγέλθηκαν από τους ίδιους τους φορείς. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα που αναφέρετε. Το δικαίωμα ελέγχου από τα δέκα με δώδεκα χρόνια περιορίστηκε στα τρία χρόνια, εκτός και αν στα τρία τελευταία χρόνια βεβαιώνονταν σοβαρές φορολογικές παραβάσεις, οπότε η ισχύς του δικαιώματος ελέγχου παρατεινόταν στα πέντε χρόνια. Σήμερα ξαναγυρίσαμε στα δέκα χρόνια. Ολα τα παραπάνω αποτελούν απαράδεκτο πισωγύρισμα για τον τόπο. Δεν φταίει ο φορολογούμενος αν το υπουργείο Οικονομικών αδυνατεί να κάνει τους αναγκαίους ελέγχους. Εξάλλου είναι απαραίτητος ο σοβαρός και ενδελεχής έλεγχος των λίγων χιλιάδων μεγάλων επιχειρήσεων και μόνον ο δειγματοληπτικός έλεγχος των υπολοίπων μικρών επιχειρήσεων.