ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χτυπάει «Καμπανάκι» για την αγορά επίπλου η πτώχευση της Habitat

Κεραυνός εν αιθρία ή προδιαγεγραμμένη πορεία; Η υπόθεση της πτώχευσης της αλυσίδας επίπλων και οικιακού εξοπλισμού Habitat που ανακοινώθηκε στις αρχές της εβδομάδας, μόλις 15 ημέρες πριν από τις γιορτές των Χριστουγέννων, ξάφνιασε ίσως εκείνους που εκτιμούσαν τις συλλογές και τα είδη που έβρισκαν στα ομώνυμα καταστήματα, όχι όμως και όσους γνωρίζουν τα προβλήματα που η αγορά επίπλου αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια. Η εταιρεία Γαλλική Εισαγωγική Οικιακού Εξοπλισμού, που αντιπροσώπευε το brand Habitat στην ελληνική αγορά, υπό τη γενική διεύθυνση του κ. Κων/νου Ζαράνη, κατέγραφε πτωτικές πωλήσεις και αυξανόμενες ζημίες τα τελευταία χρόνια, ενώ τα οικονομικά της προβλήματα κορυφώθηκαν τον τελευταίο χρόνο. Το 2005, οι πωλήσεις της μειώθηκαν σε 12,8 εκατομμύρια ευρώ, οι υποχρεώσεις της αυξήθηκαν σε 9,41 εκατομμύρια ευρώ, οι ζημίες της διαμορφώνονταν σε 1,86 εκατομμύρια ευρώ, ενώ παρουσίαζε για πρώτη φορά αρνητικά ίδια κεφάλαια ύψους 21,8 εκατομμυρίων ευρώ. Η επένδυση το 2004 στη δημιουργία του τρίτου καταστήματος στη Αθήνα, συνολικού ύψους 3 εκατομμυρίων ευρώ, φέρεται ως βασική αιτία για την επιδείνωση της εικόνας της εταιρείας το τελευταίο διάστημα, με το δεδομένο μάλιστα ότι η αγορά παρουσίαζε ήδη αγκυλώσεις και έμελλε να υποστεί περαιτέρω αλλαγές, με την είσοδο της ΙΚΕΑ στην Αθήνα. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο πολύπλοκη.

Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου το γεγονός ότι η αγορά μιλάει για έναν επιχειρηματία που στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων μέχρι την τελευταία στιγμή, προσπαθώντας να σώσει μια επιχείρηση από τον γκρεμό που έβλεπε να πλησιάζει. «Αψογος» είναι ο χαρακτηρισμός που χρησιμοποιούν και οι πρώην εργαζόμενοι στην εταιρεία για να χαρακτηρίσουν τον επιχειρηματία/εργοδότη Κων/νο Ζαράνη, επισημαίνοντας ότι αν και οι ίδιοι δεν γνώριζαν τίποτε μέχρι τη Δευτέρα το πρωί, που τους ανακοινώθηκε το κλείσιμο της επιχείρησης, ο ίδιος, εξαιρετικά συγκινημένος, τους ευχαρίστησε για όλα τα χρόνια της συνεργασίας και τους κατέβαλε τόσο τα δεδουλευμένα του μηνός Δεκεμβρίου, συν το δώρο των Χριστουγέννων, αλλά και το 1/3 περίπου της αποζημίωσης που δικαιούνται. Το υπόλοιπο ποσό μένει να αποφασιστεί εφόσον ολοκληρωθεί η διαδικασία πτώχευσης, σε διάστημα που προς το παρόν δεν δύναται να προβλεφθεί.

Είναι ενδεικτικό εξάλλου των προσπαθειών που ο ίδιος κατέβαλε για τη σωτηρία της αλυσίδας, το γεγονός ότι η έντυπη διαφημιστική εκστρατεία της Habitat εξελισσόταν κανονικά μέχρι και την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου. Οι εργαζόμενοι εισέπρατταν κανονικά και με τυπικότητα τους μισθούς τους καθ’ όλη την διάρκεια του έτους, μέχρι και τον προηγούμενο μήνα που υπήρξε μια μικρή καθυστέρηση στις πληρωμές. Ωστόσο, οι οικονομικές πιέσεις ήταν υψηλές και σε μία προσπάθεια επαναπροσανατολισμού της επιχείρησης, μόλις τον προηγούμενο Σεπτέμβριο είχαν γίνει διαφοροποιήσεις των τιμών σε κάποια είδη, προς τα κάτω. Οι προσπάθειες συνεχίστηκαν και τον επόμενο μήνα, καθώς η εταιρεία είχε το κεντρικό περίπτερο στην Εκθεση Νεονύμφων που έγινε στις 7 – 9 Οκτωβρίου στην Παιανία, στοχεύοντας μεταξύ άλλων και στην αύξηση του μεριδίου της στις λίστες γάμου. Ωστόσο, το πρόβλημα ήταν πολλαπλό, αφού δεν αφορά μόνο την Habitat αλλά μια σειρά επιχειρήσεων που πασχίζουν να επιβιώσουν στο μεσαίο κομμάτι της αγοράς, συναντώντας διαρκώς δυσκολίες, μεσούσης της οξύτατης κρίσης που μαστίζει το λιανικό εμπόριο στο σύνολό του.

Δύο άκρα

Η είσοδος αλυσίδων που προσφέρουν καλύτερη συσχέτιση ποιότητας/τιμής και φθηνό, αναλώσιμο design άλλαξε τα δεδομένα στην αγορά, εξοικειώνοντας μεν τους καταναλωτές με την τάση «ενδιαφέρομαι για το σπίτι», αλλά παράλληλα «κακομαθαίνοντάς» τους σε οικονομικές διευκολύνσεις και ευέλικτες εμπορικές πολιτικές, οι οποίες αποδεικνύονται δυσβάσταχτες για πολλές από τις επιχειρήσεις που κινούνται σε αυτό που ονομάζεται «μεσαία κατηγορία». Το κομμάτι δηλαδή της αγοράς που εδραστηριοποιείτο έως πρότινος και η Habitat, αλλά και πολλές ακόμη επιχειρήσεις που αναπτύχθηκαν κυρώς την τελευταία διετία, με σκοπό να κεφαλαιοποιήσουν από την τάση «ξοδεύω για το σπίτι». Παράγοντες του κλάδου τονίζουν ότι πλέον η αγορά συσπειρώνεται στα δύο άκρα, στα οικονομικά και εύκολα αντικαταστήσιμα είδη και τα ακριβότερα, επώνυμα είδη που φέρουν την εγγύηση ποιότητας του κατασκευαστή και τα οποία ο καταναλωτής αναγνωρίζει ως «αντικείμενα που αξίζουν τα λεφτά τους». Η κατάσταση αυτή κρίνεται ότι θα έχει διάρκεια, καθώς αποτελεί συνάρτηση του τρέχοντος οικονομικού κλίματος, στο πλαίσιο του οποίου οι πιέσεις στα λεγόμενα μεσαία κοινωνικά στρώματα εντείνονται συνεχώς. Στο πλαίσιο αυτό, επιβιώνουν οι επιχειρήσεις εκείνες που καταφέρνουν να συνδυάσουν την επωνυμία με την καλύτερη δυνατή συσχέτιση ποιότητας/τιμής. «Ολοι θέλουν να αγοράσουν τα ακριβά είδη», σημειώνει παράγοντας της αγοράς, υπογραμμίζοντας ότι οι επιχειρήσεις που θα παραμείνουν ανταγωνιστικές είναι εκείνες που θα προσφέρουν στον καταναλωτή τη δυνατότητα να αποκτήσει αυτό που θέλει, μέσα από οικονομικές διευκολύνσεις.

Στο σημείο αυτό βρίσκεται ένα από τα κλειδιά της υπόθεσης Habitat. Εφαρμόζοντας μια αυστηρή εμπορική πολιτική και παράλληλα διαθέτοντας είδη που απευθύνονταν σε μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα, η εταιρεία δεν ήταν ιδιαίτερα ευέλικτη, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που αποτελεί σήμερα το ελάχιστο προαπαιτούμενο από τον πελάτη, δεδομένης της ιδιαίτερης συγκυρίας για τη λιανική. Η ευελιξία αυτή αποτελεί εξάλλου την ειδοποιό διαφορά που κρίνει την επιτυχία περιπτώσεων άλλων καταστημάτων που κινούνται στο ίδιο τμήμα της αγοράς επίπλου με την Habitat. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του καταστήματος Notos Galleries Home, που έχει επιτύχει να κατακτήσει μερίδιο σχεδόν 50% στις λίστες γάμου. Οπως σημειώνουν στην «Κ» παράγοντες της αγοράς, ο καταναλωτής σήμερα αντιμετωπίζει το έπιπλο και τον οικιακό εξοπλισμό με την ίδια λογική που αντιμετωπίζει το ρούχο. Αν δηλαδή μιλάμε για fast fashion στην ένδυση, το ίδιο πλέον ισχύει και στο έπιπλο. Ως εκ τούτου, η δυνατότητα αλλαγής και ανανέωσης του περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε είναι αυτό που όλοι επιζητούμε, επομένως οι επιχειρήσεις που θα το συνειδητοποιήσουν και θα προσαρμοστούν, έχουν μέλλον.

Ενδεικτικό εξάλλου της κατάστασης που επικρατεί στην αγορά της λιανικής είναι το γεγονός ότι εδραιωμένες επιχειρήσεις, με όνομα και ιστορία στον χώρο, στρέφονται σε εναλλακτικές αγορές προκειμένου να επιβιώσουν στη «χειμερία νάρκη» στην οποία η αγορά βρίσκεται τα τελευταία χρόνια. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της εταιρείας Βαράγκη, που μόλις την περασμένη εβδομάδα ανακοίνωσε την είσοδό της στην αγορά εξοπλισμού πολυτελών θαλαμηγών, σε συνεργασία με εταιρεία που εξειδικεύεται στην εν λόγω δραστηριότητα, ενδυναμώνοντας την παρουσία της στην κατασκευή ειδικών επαγγελματικών επίπλων και αποκτώντας έτσι ένα σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, τουλάχιστον στην παρούσα φάση.

Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του ποιοι είναι οι ακριβείς λόγοι που οδήγησαν την Habitat σε πτώχευση, είναι κοινή η διαπίστωση της αγοράς ότι η υπόθεση αυτή αποτελεί λυπηρό φαινόμενο της εποχής, αποτέλεσμα των εντονότατων πιέσεων που ο κλάδος του επίπλου δέχεται. Πρόκειται ουσιαστικά για στρέβλωση της αγοράς, που ωθεί τη ζήτηση στα δύο της άκρα, οδηγώντας σε ασφυξία επιχειρήσεις που πρέπει να υπάρχουν, στο πλαίσιο του υγιούς ανταγωνισμού.