ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αθεατη οψη

Με τη λήξη του 2006 τελειώνει και μια μακρόχρονη ταλαιπωρία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: Η Βουλγαρία εισέρχεται μετ’ επαίνων στην οικογένεια των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης μαζί με τη γείτονά της, τη Ρουμανία. Ετσι, η Ελλάδα αποκτά μια ευρωπαϊκή γειτονιά στο βορρά και ταυτόχρονα χερσαία πρόσβαση στην Ε.Ε. Οι προοπτικές ανάπτυξης θεωρητικά βελτιώνονται καθώς οι χώρες αυτές μπορούν να αποτελέσουν προνομιακούς εταίρους για την ελληνική οικονομία. Ηδη η Ελλάδα απορροφά το 9,5% των βουλγαρικών εξαγωγών ενώ κατευθύνει προς αυτήν το 5% των ελληνικών εξαγωγών. Το σχετικό ισοζύγιο είναι ακόμη θετικό για την Ελλάδα αφού η χώρα μας έχει υψηλότερο ΑΕΠ από τη Βουλγαρία.

Με την Ρουμανία φυσικά η εικόνα είναι χειρότερη. Η Ρουμανία, μια χώρα πολυπληθέστερη της Βουλγαρίας και με ισχυρότερη βιομηχανική υποδομή δεν έχει τόση ανάγκη τα ελληνικά προϊόντα. Οι μεγάλοι εμπορικοί εταίροι της είναι οι ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες ενώ υπολογίσιμος παίκτης είναι και η Τουρκία.

Αλλά πάντοτε οι προοπτικές για εμάς είναι καλές και στις δύο χώρες. Ηδη πολλοί Ελληνες επιχειρηματίες επιχειρούν και στις δύο χώρες με αξιόλογα αποτελέσματα, οι τράπεζές μας έχουν σημαντική παρουσία, μεγάλα σχέδια στην ενέργεια, τον τουρισμό κ.λπ. βρίσκονται στο στάδιο της μελέτης ή της προετοιμασίας.

Υπάρχουν, όμως, και κάποιοι που δεν είναι καθόλου ικανοποιημένοι. Εδώ και μήνες η αγορά της Βόρειας Ελλάδας στενάζει από έλλειψη πελατών καθώς καραβάνια ολόκληρα από πούλμαν γεμάτα βορειοελλαδίτες κατευθύνονται με εισιτήριο 35 ευρώ στη Σόφια ή άλλες νοτιότερες βουλγαρικές πόλεις για ψώνια (ή και διασκέδαση…). Οι τιμές είναι χαμηλές αφού το λέβα αξίζει -επισήμως- μισό ευρώ. Πιο χαρακτηριστικό της διαφοράς, όμως, είναι το γεγονός ότι ο μέσος μισθός του Βούλγαρου εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα είναι 363 λέβα και στο δημόσιο 458 λέβα. Αν συνυπολογίσει κανείς και τη διαφθορά που καραδοκεί σχεδόν παντού, οι τιμές των προϊόντων είναι εξαιρετικά χαμηλότερες από τις ελληνικές και οπωσδήποτε είναι διαπραγματεύσιμες, σε όλα τα επίπεδα. Ετσι, λοιπόν, οι καταναλωτές κερδίζουν από μια αγορά πολύ φθηνότερη από την εγχώρια, στηρίζοντας το οικογενειακό τους εισόδημα ενώ, αντίθετα, οι καταστηματάρχες βλέπουν την κίνηση των καταναλωτών να μειώνεται δραματικά. Στις μεγάλες πόλεις, όπως είναι η Θεσσαλονίκη, το φαινόμενο δεν είναι ευδιάκριτο αλλά σε άλλες μικρότερες πόλεις της βόρειας Ελλάδας, όπως η Βέροια, οι Σέρρες, η Δράμα, η Ξάνθη και οι υπόλοιπες κωμοπόλεις, η πίεση γίνεται ολοένα και πιο έντονη.

Το φαινόμενο θα μπορούσε να είναι πρόσκαιρο και καθόλου ανησυχητικό αν η ελληνική οικονομία βρισκόταν σε μια σοβαρή διαδικασία ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητάς της. Ομως, η Ρουμανία και η Βουλγαρία (που κυρίως μας ενδιαφέρει ως χώρα που συνορεύει με την Ελλάδα) ξεκινά την ευρωπαϊκή πορεία της από καλύτερη βάση: Ο βιομηχανικός της τομέας αντιπροσωπεύει το 32% του ΑΕΠ της, διαθέτει δικές της ενεργειακές πηγές τις οποίες εμπλουτίζει με νέο πυρηνικό εργοστάσιο, διαθέτει ένα ισχυρό σύστημα παιδείας και -μετά τις αρχικές παλινωδίες- μια προσήλωση στον εκσυγχρονισμό και τις μεταρρυθμίσεις. Η Βουλγαρία, σε πολύ συντομότερο χρόνο από όσο η Ελλάδα και με πολύ λιγότερες κοινωνικές αντιστάσεις ανανεώνει τους θεσμούς της και, λαίμαργα θα έλεγε κανείς, προχωράει στην διεθνή ελεύθερη αγορά. Με βάση τα παραπάνω δεν είναι λίγοι εκείνοι που φοβούνται ότι σε λίγα χρόνια η Βουλγαρία μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερος οικονομικός (και συνακόλουθα πολιτικός) παράγοντας στην περιοχή από όσο η Ελλάδα.

Μπορεί, μάλιστα, την υπόθεση αυτή να ενισχύσουν οι ίδιοι οι Ελληνες. Μέχρι σήμερα πολλές μικρές βιοτεχνίες εντάσεως εργασίας μετανάστευσαν από την Ελλάδα στη Βουλγαρία και πολλοί Ελληνες αγόρασαν φθηνή γη στην γείτονα. Γιατί να μην εκμεταλλευτούν την εμπειρία και τα πάγιά τους για μια ισχυρότερη επιχειρηματική εμπλοκή σε ένα περιβάλλον με πολύ λιγότερη γραφειοκρατία από την ελληνική;