ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μποναμάς 50.000 ευρώ σε όσους συνταξιοδοτούνται στην Ο.Α.

Μια γαλαντόμα διάταξη που ψηφίσθηκε εμβόλιμα στο φορολογικό νομοσχέδιο δίχως να πολυσυζητηθεί και δίχως να λάβει διαστάσεις παρέκαμψε πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και κατοχύρωσε υπερδιπλάσιο εφάπαξ για τους συνταξιοδοτούμενους από τον όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας.

Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα στο σύνολο του προσωπικού της Ο.Α. που αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης να λαμβάνει ως αποζημίωση το 80% της αποζημίωσης απόλυσης, δηλαδή διπλάσια από την προβλεπόμενη από τον νόμο. Το μέσο ποσό του εφάπαξ με τη ρύθμιση αυτή φθάνει στα 50.000 ευρώ ανά εργαζόμενο της Ο.Α., ενώ η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που παρακάμφθηκε (με αριθμό 20/2006), προέβλεπε 15.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, με την πρόσφατη δικαστική απόφαση η Ο.Α. χαρακτηρίσθηκε ως επιχείρηση κοινής ωφέλειας που υπόκειται στους περιορισμούς του α.ν. 173/1967 και στην υποχρέωση επιβολής πλαφόν, ύψους 15.000, στο όριο αποζημίωσης (εφάπαξ).

Τη ρύθμιση υπογράφουν και οι τρεις συναρμόδιοι υπουργοί: Οικονομίας – Οικονομικών Γ. Αλογοσκούφης, Απασχόλης και Κοινωνικής Προστασίας Σ. Τσιτουρίδης και Μεταφορών – Επικοινωνιών Μ. Λιάπης. Στο ίδιο νομοσχέδιο που επιβλήθηκε ο νέος κανονισμός στο προσωπικό του ΟΤΕ με την κατάργηση ΣΣΕ κ.ά., οι ΣΣΕ της Ο.Α. κρίνονται ισχυρότερες της απόφασης του Αρείου Πάγου.

Η ατιολογία γι’ αυτή τη ρύθμιση αντλείται από το επιχείρημα της τάσης αποφυγής συνταξιοδότησης «με συνέπεια να δημιουργούνται εμπόδια στην εξυγίανση της Ο.Α.», καθώς περίπου 300 πρόκειται να αποχωρήσουν.

Πάντως, την ίδια στιγμή της ευνοϊκής ρύθμισης του εφάπαξ, η ίδια εταιρεία και οι ίδιοι συναρμόδιοι υπουργοί παραβιάζουν πρακτικά συμφωνίας, αλλά και τον νόμο για την απόσχιση του πτητικού κλάδου της Ο.Α., με αποτέλεσμα να κορυφώνεται η δικαστική διένεξη με 137 πιλότους που απολύθηκαν αναγκαστικά το 2003 για να διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση των Ολυμπιακών Αερογραμμών, δίχως όμως να τηρηθούν τα υπεσχημένα. Οι πιλότοι της Ο.Α. κατ’ ουσίαν εξαπατήθηκαν, καθώς έλαβαν μόνο την αποζημίωση λόγω απόλυσης και όχι και την πρόσθετη αμοιβή-κίνητρο για την αναπλήρωση της απώλειας του εισοδήματός τους για περίοδο από 2 έως 9 χρόνια που τους απέμεναν. Το πρακτικό συμφωνίας της 18/7/2006 αθετήθηκε, οι απολύσεις έγιναν, οι διαπιστωτικές πράξεις εκδόθηκαν, όμως τα 200.000 ευρώ κατά μέσο όρο ουδέποτε εδόθησαν στους 126 πιλότους. Η Ο.Α. αρνήθηκε να καταβάλει τις πρόσθετες αποζημιώσεις, άρχισαν οι ομαδικές αγωγές και μόλις εξεδόθησαν οι πρώτες αποφάσεις προκλήθηκε από την εταιρεία η γνωμοδότηση του Ν. Σ.Κ. Μ’ αυτήν διατυπώθηκε η άποψη -διασταλτική ερμηνεία- ότι από τον Ν 3185/2005 δεν συνήγετο υποχρέωση άμεση της Ο.Α., αλλά θα έπρεπε να προηγηθεί ιδιωτικοποίηση της νέας εταιρείας και μετά να καταβληθούν οι αποζημιώσεις. Στο Εφετείο κατέπεσαν οι πρωτόδικες αποφάσεις με «εργαλείο» τη γνωμοδότηση του ΝΣΚ και τώρα το θέμα εκκρεμεί στον Αρειο Πάγο, στον οποίο οι απολυμένοι πιλότοι προσέφυγαν με αίτημα την αναίρεση των αποφάσεων του Εφετείου.

Πάντως, η ευνοϊκή ρύθμιση για το εφάπαξ με τον υπερδιπλασιασμό του και τον παραμερισμό της απόφασης του Αρείου Πάγου και η αθέτηση της συμφωνίας για πρόσθετη αποζημίωση των απολυμένων πιλότων συνιστούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Οι δύο διαφορετικοί χειρισμοί δείχνουν πολλά, κυρίως όμως καταδεικνύουν ότι η Ο.Α. εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο άσκησης μικροπολιτικής, παρά τη δυσμενέστατη οικονομική της θέση. Μάλιστα «οι εντός των τειχών» αντιμετωπίζονται και από αυτήν την κυβέρνηση ως υπολογίσιμη συντεχνία, γιατί όχι και ως μετρήσιμη -εκλογικώς- επιρροή. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τους απολυμένους…