ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

INE: Ενδείξεις ωρίμασης της αγοράς δανείων

Πτωτικές τάσεις στην αγορά δανείων από τα νοικοκυριά προβλέπει η έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας των ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ με θέμα την ελληνική οικονομία και την απασχόληση το 2007. Στην έκθεση που δημοσιεύεται σήμερα με συνέντευξη Τύπου δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στον υπερδανεισμό των νοικοκυριών, στην ανισοκατανομή του εισοδήματος και στις νέες τάσεις που εμφανίζουν οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης στην αγορά εργασίας.

Το INE διαπιστώνει εξορθολογισμό της δανειοληπτικής συμπεριφοράς των νοικοκυριών καθώς το δωδεκάμηνο Μάιος 2006 – Μάιος 2007, τα 4 στα 10 ευρώ που δανείστηκαν τα νοικοκυριά από τις τράπεζες χρησιμοποιήθηκαν για την αναχρηματοδότηση παλαιότερων οφειλών δανείων. Αυτό το φαινόμενο σηματοδοτεί, σύμφωνα με το INE, μια ένδειξη ωρίμασης της αγοράς δανείων των νοικοκυριών, τα οποία αναμένεται να ακολουθήσουν πτωτική τάση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η διαπίστωση των ερευνητών του INE για την ηλικιακή σύμπτωση του έτους ηλικίας κατά την οποία λήγει η αποπληρωμή των δανείων (περίπου για το 50% των εργαζομένων ηλικίας 31 – 47 ετών) με το έτος έναρξης της συνταξιοδότησής τους.

Αναλύοντας την πραγματική φορολογική επιβάρυνση στα κράτη – μέλη, το INE διαπιστώνει το εύρος της φορολογικής ανισότητας σε βάρος των μισθωτών και συνταξιούχων. Στην Ελλάδα παρατηρείται ουσιαστική στασιμότητα στην έμμεση φορολογία (17% του ΑΕΠ το 2005), ενώ βαίνει αυξανόμενη η συνεισφορά των φόρων επί της εργασίας (από 34,1% του ΑΕΠ το 1995 σε 38% του ΑΕΠ το 2005). Επίσης, οι φόροι επί των κεφαλαίων αυξήθηκαν από 11,8% του ΑΕΠ το 1995 σε 15,4% το 2004.

H ανάλυση του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες αναδεικνύει ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα κυμαίνονται για 2 στους 3 μισθωτούς από 501 έως 1.000 ευρώ. Επίσης, 2 στους 3 απασχολούμενους με καθεστώς μερικής απασχόλησης έχουν καθαρό μηνιαίο εισόδημα έως 500 ευρώ και η πλειοψηφία αποτελείται από γυναίκες. Αναφορικά με τις εξελίξεις στην απασχόληση, το INE διαπιστώνει αύξηση κατά 1,6% της απασχόλησης. Την αύξηση αυτή αποδίδει στην άνθηση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης κατά 20% στη μερική απασχόληση και κατά 50% στην προσωρινή απασχόληση. Επίσης, εκτιμάται ότι, σε σχέση με το 2005, αυξήθηκαν όλες οι κατηγορίες των απασχολουμένων, με εξαίρεση τους αυτοαπασχολούμενους. Επισημαίνεται ότι 7 στις 10 θέσεις εργασίας στην Ελλάδα κατέχουν απόφοιτοι δημοτικού και λυκείου «με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις προοπτικές βελτίωσης του επιπέδου ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας».