ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αθεατη Οψη

Τελικά (περίπου…) τέσσερα χρόνια ανάμεσα σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις δεν είναι ούτε πολλά ούτε λίγα. Δεν είναι πολλά για να ξεχάσει κανείς τι συνέβαινε από την προηγούμενη κυβέρνηση ούτε λίγα για να μην μπορεί να κρίνει πώς κυβερνήθηκε πρόσφατα η χώρα.

Για παράδειγμα, δεν μπορεί να ξεχάσει κανείς την προσδοκία για επανίδρυση του κράτους και για μεταρρυθμίσεις, απαραίτητες σχεδόν σε όλους τους τομείς της δραστηριότητας του Δημοσίου. Ούτε μπορεί να παραγνωρίσει κανείς το γεγονός ότι από τα υπεσχημένα πραγματοποιήθηκε ένα μικρό ποσοστό και τούτο συχνά με τρόπο στρεβλό και άτολμο. Μεταρρυθμίσεις στην παιδεία, την υγεία, την άμυνα, τη δημόσια διοίκηση δεν έγιναν. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο ρυθμίζονται τα δημόσια έργα, οι μεταφορές, οι σχέσεις κράτους – πολίτη, ο δημόσιος διάλογος και άλλα πολλά παρέμειναν ουσιαστικά απαράλλαχτα.

Ωστόσο, υπήρξε ένας τομέας όπου υπήρξαν μεταρρυθμίσεις και μάλιστα δραστικές; Η οικονομία.

Παρά το γεγονός ότι οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί δεν δείχνουν συνολικά θεαματική βελτίωση και το κλίμα στην οικονομία είναι βαρύ (ελέω της κρίσης των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ που ταράζει τα χρηματιστήρια σε ολόκληρο τον κόσμο και εντείνει τις ανησυχίες για μια γενικευμένη κρίση) θα ήταν άδικο να μην υπενθυμίσει κανείς, ως εξέχον παράδειγμα, το σπάνιο φαινόμενο της ελάφρυνσης των φορολογικών βαρών που εφαρμόστηκε τα τελευταία τριάμισι χρόνια στην Ελλάδα.

Κάποιοι θα βιαστούν να πουν ότι μια τέτοια πολιτική δεν αποτελεί μεταρρύθμιση, πολύ περισσότερο αφού εστιάστηκε στον φόρο που πληρώνουν οι επιχειρήσεις και όχι σε εκείνο για τα φυσικά πρόσωπα. Λάθος.

Η μείωση της φορολογίας, όπως άλλωστε αναμενόταν (καθώς ουκ ολίγα οικονομικά μοντέλα βασίζονται σε ανάλογες παραδοχές), αναζωογόνησε ολόκληρη την οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα αλλάζοντας την εικόνα και οδηγώντας τη χώρα σε αναπτυξιακές ατραπούς. Με τη φορολογία μειωμένη, οι κερδοφόρες επιχειρήσεις απέκτησαν μεγαλύτερα πλεονάσματα για επενδύσεις κι έτσι αύξησαν την παραγωγική τους δυνατότητα περαιτέρω. Εκείνες οι οποίες είχαν μικρές ζημιές γύρισαν στην κερδοφορία, εξασφαλίζοντας την επιβίωση και το μέλλον τους. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα μετά από δεκαετίες αυξήθηκε η βιομηχανική παραγωγή (ως αποτέλεσμα των ιδιωτικών μεταποιητικών μονάδων και όχι εκείνων που αφορούν τα καύσιμα, την παραγωγή ενέργειας και τα ορυχεία).

Επίσης για πρώτη φορά ύστερα από (πολλές) δεκαετίες άλλαξε η σχέση μεταξύ του αριθμού των επιχειρήσεων που ιδρύονται και εκείνων που κλείνουν: Σήμερα είναι μεγαλύτερος ο αριθμός των νεοϊδρυθεισών εταιρειών από εκείνες που βάζουν «λουκέτο».

Παράλληλα, οι ελληνικές εξαγωγές αυξάνονται σταθερά προσφέροντας στην ελληνική οικονομία «βιταμίνες» που εστερείτο για πάρα πολύ καιρό.

Τι σημαίνουν αυτά; Οτι με την εφαρμογή μιας σωστής πολιτικής:

– Πρώτον, αναζωογονήθηκε ένα τεράστιο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού: Περίπου 800.000 επιχειρήσεις λειτουργούν σήμερα στην Ελλάδα, με τη συντριπτική πλειοψηφία από αυτές να ειναι μικρομεσαίες.

– Δεύτερον, τονώθηκε η εγχώρια επιχειρηματικότητα με ευεργετικά αποτελέσματα στην απασχόληση. Το ποσοστό της ανεργίας συρρικνώθηκε σε επίπεδα κάτω από 8% (και όσο κι αν ο ΟΑΕΔ «βοηθά» με τα επιδοτούμενα προγράμματα να κρυφτεί ένα μικρό ποσοστό ανεργίας, αυτό δεν ανατρέπει το γεγονός ότι όσοι παρακολουθούν αυτά τα προγράμμματα αποκτούν δεξιότητες και, κυρίως, πληρώνονται). Λυθηκαν έτσι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας; Οχι, βέβαια. Η γραφειοκρατία, η αδιαφάνεια, η διαπλοκή είναι ακόμη παρούσες. Αλλά, πάντως, κάτι πήγε καλύτερα. Κι έγινε προφανές πως δεν χρειάζεται παρά αποφασιστικότητα και κοινός νους για να αλλάξει κανείς επί τα βελτίω το περιβάλλον του. Αντίθετα, εκεί που δεν υπάρχει έργο χρησιμοποιούνται «φανφάρες» για να κρυφτεί η ακινησία και η ανεπάρκεια.

Καλό είναι να τα θυμόμαστε αυτά, μέρες που έρχονται…