ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Βλέπουν το επιτόκιο του ευρώ στο 4,5% και την τιμή του πετρελαίου στα 72 δολ. το 2008

Δύο αυξήσεις επιτοκίων μέχρι τα μέσα του 2008 κατά μισή μονάδα συνολικά προβλέπουν τραπεζικά στελέχη, αναλύοντας τις σημερινές συνθήκες της αγοράς και τις «υποσημειώσεις» στο έγγραφο της ΕΚΤ που συνόδευαν τις αναθεωρημένες προβλέψεις για την οικονομία της Ευρωζώνης. Δηλαδή, βλέπουν το επιτόκιο του ευρώ στο 4,5%, λαμβάνοντας υπόψη την άνοδο των τιμών των καυσίμων που πυροδοτούν τον πληθωρισμό και την αναστάτωση των αγορών από την πιστωτική κρίση. Η πιθανότητα για επιτόκιο 4,75% είναι πλέον μικρή, ματά τις νέες εξελίξεις στις αγορές.

Η επικείμενη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων δεν αφήνει στον Τρισέ μεγάλα περιθώρια αυξήσεων, καθώς το ευρώ θα γίνει πιο «σκληρό» νόμισμα και η επιβάρυνση στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης θα είναι μεγαλύτερη. Από την άλλη, ο κίνδυνος του πληθωρισμού αυξάνεται ειδικά μετά την άνοδο των τιμών του πετρελαίου.

Υπάρχουν και δύο λεπτομέρειες: Η ΕΚΤ στο έγγραφο με τις αναθεωρημένες προβλέψεις «βλέπει» τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια να κινούνται στο 4,3% μέχρι το 2008. Για τα τραπεζικά στελέχη, λαμβάνοντας υπόψη τη σημερινή καμπύλη επιτοκίων, σημαίνει ότι το μέγιστο παρεμβατικό επιτόκιο για την ΕΚΤ βρίσκεται στο 4,5%. Την εκτίμηση αυτή ενισχύει και μία ακόμα λεπτομέρεια από το σημείωμα της ΕΚΤ: Βλέπει την ισοτιμία ευρώ/δολαρίου φέτος στο 1,37 και του χρόνου ανατίμηση του ευρώ κατά 0,5%. Για την πορεία του πετρελαίου το 2008 ή ίδια η ΕΚΤ προβλέπει αύξηση 5,6% στο επίπεδο των 72 δολαρίων το βαρέλι.

Ευάλωτη η Ελλάδα

Μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα για την ελληνική οικονομία, η οποία είναι πιο ευάλωτη στις αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου. Αυτό οφείλεται στο μεγαλύτερο ποσοστό εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από το πετρέλαιο, σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Ειδικές μελέτες τραπεζών, αλλά και υπολογισμοί της Τράπεζης της Ελλάδος, δείχνουν ότι μία αύξηση των τιμών του πετρελαίου σε ευρώ κατά 10% οδηγεί γενικά σε επιβάρυνση του πληθωρισμού κατά 0,19 της μονάδας και επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης κατά 0,1 έως 0,5 της μονάδας. Υπάρχουν και άλλες παρόμοιες εκτιμήσεις που λαμβάνουν διάφορες παραμέτρους, όπως η φορολογία (αύξηση του ειδικού φόρου στα καύσιμα κλπ).

Στην παρούσα φάση, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου έχει «πριμοδοτήσει» τον πληθωρισμό με 0,6 της μονάδας! Ωστόσο, σε ετήσια βάση αναμένεται να διαμορφωθεί η επιβάρυνση αυτή σε 0,3 της μονάδας. Η επιβάρυνση αυτή μεταφράζεται σε περίπου 150 ευρώ το έτος για ένα μέσο νοικοκυριό. Επίσης, η φετινή αύξηση προικοδοτεί τον πληθωρισμό του 2008 με 0,1 της μονάδας.

Την ίδια στιγμή επιδεινώνεται ο ρυθμός ανάπτυξης. Υπολογίζεται ότι η παρούσα αύξηση των τιμών του πετρελαίου «κόβει» από το ρυθμό ανάπτυξης φέτος σχεδόν μισή μονάδα! Ομως, η συνολική επιβάρυνση μέχρι τέλος του έτους αναμένεται να είναι μικρότερη και ότι δεν θα ξεπεράσει τις 0,25-0,3 της μονάδας. Οι ίδιοι αναλυτές διευκρινίζουν στο σημείο αυτό ότι η επιβάρυνση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ρυθμός του ΑΕΠ δεν θα πραγματοποιήσει τον στόχο που έχει τεθεί για φέτος.

Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι αυξήσεις της διεθνούς τιμής του πετρελαίου μεταφέρονται στον Ελληνα καταναλωτή σε μεγαλύτερο βαθμό. H απόκλιση μεταξύ των μεταβολών της τιμής του αργού πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά και των μεταβολών των λιανικών ή των χονδρικών τιμών των προϊόντων πετρελαίου στην εγχώρια αγορά αντανακλά το κόστος επεξεργασίας-διανομής-εμπορίας, τα κέρδη και οι φόροι. Συγκεκριμένα, το 55% της λιανικής τιμής της βενζίνης και το 54% της λιανικής τιμής του πετρελαίου κίνησης αποτελούνται από έμμεσους φόρους.

Το 19% της λιανικής τιμής της βενζίνης και το 16% της λιανικής τιμής του πετρελαίου κίνησης αντανακλούν το κόστος επεξεργασίας, διανομής και εμπορίας και το περιθώριο κέρδους. Ετσι, το κόστος της πρώτης ύλης συμμετέχει στη λιανική τιμή της βενζίνης κατά το υπόλοιπο 26% και στη λιανική τιμή του πετρελαίου κίνησης κατά το υπόλοιπο 30%. Κατά τη χειμερινή περίοδο μια αύξηση της τιμής του αργού πετρελαίου σε ευρώ κατά 10% οδηγεί αμέσως σε αύξηση των λιανικών τιμών των καυσίμων για τον καταναλωτή κατά 2,6% για τη βενζίνη και κατά 6,3% για το πετρέλαιο θέρμανσης ή κατά 3,8% κατά μέσον όρο.