ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πώς ευνοούνται τα νοικοκυριά στην αγορά πρώτης κατοικίας

Εύλογα ή και δικαιωματικά οι στήλες αυτές μοιράζονται με τους αναγνώστες μας το αίσθημα μιας κάποιας δικαίωσης. Και τούτο γιατί με αφορμή τη διαμορφωμένη πεποίθηση στα ερωτήματά τους – ως αντιπροσωπευτικό δείγμα της πλατύτερης κοινωνικής ανάγκης, για μείωση των υψηλών συντελεστών στους φόρους κληρονομιών -γονικών παροχών- το οδοιπορικό του φορολογικού μας οδηγού στάθηκε επίμονα πάνω στο κρίσιμο θέμα της πρώτης κατοικίας.

Αναλύοντας σε ένα από τα αφιερώματα αυτά τους λόγους που επιβάλλουν να καταργηθεί -τουλάχιστον στην πρώτη κατοικία- ο φόρος, είτε αυτή γίνεται από κληρονομιά είτε με γονική παροχή είτε με αγορά, γράφαμε:

Επειδή πράγματι η απόκτηση πρώτης κατοικίας είναι υπόθεση σοβαρή, αφού έχει να κάνει με το αίσθημα ασφάλειας, ιδιαίτερα στο ξεκίνημα της ζωής στα νέα ζευγάρια που ονειρεύονται να κάνουν οικογένεια κάτω από το δικό τους «κεραμίδι», είδαμε το 1980 τον νομοθέτη -επί κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας- να κάνει τα πρώτα βήματα κοινωνικής ευαισθησίας με τον ν. 1078/1980, θεσπίζοντας κάποια αφορολόγητα όρια στην αξία, της αγοράς πρώτης κατοικίας απ’ όλους τους Ελληνες και όχι μόνο για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, όπως για παράδειγμα οι δημόσιοι υπάλληλοι, που προέβλεπαν οι προγενέστερες από τον νόμο αυτόν διατάξεις.

Από τότε μέχρι σήμερα, οι διατάξεις αυτού του νόμου μπορεί να βελτιώθηκαν όσον αφορά τα όρια των απαλλαγών ή την γραφειοκρατία των προϋποθέσεων, ωστόσο όμως η πρακτική αυτή ποτέ δεν εξασφάλισε με δίκαιο τρόπο την προσέγγισή τους στις αντίστοιχες αλλεπάλληλες αυξήσεις των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων.

Για παράδειγμα, ας πάρουμε τις πρόσφατες αλλαγές από τις 1-3-2007. Αν δούμε στον πίνακα τις μεταβολές των αφορολόγητων ορίων, θα διαπιστώσουμε ότι η μέση αύξηση αυτών των ορίων είναι 20% – 22%. Αντίθετα, η μέση αύξηση των αντικειμενικών αξιών που έγινε μάλιστα ως δεύτερη διόρθωση (η πρώτη είπαμε ότι έγινε τον Δεκέμβριο του 2005 και ίσχυσε από την 1η Ιανουαρίου 2006) ήταν 25% – 32%.

Το δεύτερο άδικο σημείο του συστήματος αυτού είναι ότι το κάθε ποσό της απαλλαγής είναι σταθερό απέναντι στην ακατανόητη θέσπιση του νόμου που ορίζει ότι «πληρούνται οι στεγαστικές ανάγκες με 70 τ.μ. για άγαμο, χήρο, διαζευγμένο ή έγγαμο, προσαυξανόμενο κατά 20 τ.μ. για καθένα από τα δύο πρώτα ανήλικα παιδιά και κατά 25 τ.μ. για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα παιδιά».

Ετσι, το ίδιο ποσό απαλλαγής για πρώτη κατοικία έχει το ενδιαφερόμενο ζευγάρι όταν αγοράζει στην περιοχή π.χ. της Δυτικής Αθήνας, με το άλλο ζευγάρι που αγοράζει στην περιοχή της Ανατολικής Αττικής για τα ίδια τετραγωνικά μέτρα, όπου σαφώς η αξία είναι πολύ μεγαλύτερη και, βέβαια, απευθύνεται σε μεγαλύτερα βαλάντια. Η ενίσχυση συνεπώς είναι δυσανάλογη μεταξύ του ενός και του άλλου πολίτη.

Η ίδια παράλογη εικόνα συμβαίνει και στην πρώτη κατοικία που αποκτά ο πολίτης με κληρονομιά ή γονική παροχή, όπου εδώ μάλιστα η φορολογική επιβάρυνση είναι διπλάσια σε σχέση με την περίπτωση της αγοράς.