ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χρηματιστηριακά κόλπα από το… ’99

Στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατηγορούμενοι για την κακουργηματική κατηγορία της απάτης κατά συναυτουργία, κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα θα καθίσουν οι εφοπλιστές Αλέξανδρος και Γεράσιμος Αγούδημος καθώς και ο επιχειρηματίας-ναυτικός πράκτορας Μιχαήλ Γκιγκιλίνης.

Η κατηγορία που αντιμετωπίζουν φέρεται να τελέστηκε από τον Οκτώβριο του 1999 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2002 στη Θεσσαλονίκη σε βάρος 24 επενδυτών.

Αρχικά το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης είχε απαλλάξει τους κατηγορουμένους από το αδίκημα που τους βάρυνε, ωστόσο οι ζημιωθέντες κατά την κατηγορία επενδυτές άσκησαν έφεση και το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης την έκανε δεκτή κρίνοντας ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να παραπεμφθούν σε δίκη.

Επικύρωση

Την υπ’ αριθμόν 1187/2006 κρίση του Συμβουλίου Εφετών επικύρωσε το Ε΄ τμήμα του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμόν 960/2007 απόφασή του. Κατόπιν αυτού οι κατηγορούμενοι θα δικαστούν για κακουργηματική απάτη που, όπως δέχθηκε ο Αρειος Πάγος, συνίσταται στο ότι ίδρυσαν εταιρεία και εκμεταλλευόμενοι την ανοδική, εκείνη την περίοδο, πορεία του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών προχώρησαν σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και διάθεση μετοχών δημιουργώντας μέσω δημοσιευμάτων αλλά και με άλλους τρόπους την εντύπωση στους επενδυτές ότι πρόκειται για μια καλή επένδυση καθώς ψευδώς, κατά το δικαστικό συμβούλιο, επίκειτο εντός του πρώτου εξαμήνου του 2000 η εισαγωγή της εταιρείας στο χρηματιστήριο.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, στις 14 Ιουλίου του 1999 καταχωρίστηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Πειραιά, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Γ.Α. ΑΚΤΟΠΛΟΪΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με τον διακριτικό τίτλο «G.A. FERRIES», καθώς και η σχετική απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς με την οποία χορηγήθηκε άδεια σύστασης και εγκρίθηκε το καταστατικό της εταιρείας. Σκοπός της ήταν η εκμετάλλευση και διαχείριση ίδιων πλοίων ή η συμμετοχή -με την απόκτηση μέρους ή όλων των μετοχών τους- σε άλλες εταιρείες που έχουν οποιοδήποτε από τους προαναφερόμενους σκοπούς και αντικείμενο εργασιών. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίστηκε στα 100 εκατ. δρχ. ενώ στο επταμελές Δ.Σ. τη θέση του προέδρου κατέλαβε ο εφοπλιστής Γεράσιμος Αγούδημος, του αντιπροέδρου ο επιχειρηματίας ναυτικός πράκτορας Μιχαήλ Γκιγκιλίνης και μέλος ήταν ο εφοπλιστής Αλέξανδρος Αγούδημος. Οπως αναφέρει το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, «η παραπάνω εταιρεία απετέλεσε το έναυσμα και την απαρχή υλοποίησης των έκνομων σχεδίων τα οποία επινόησαν και μεθοδικά κατέστρωσαν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι επιδίωξαν και κατόρθωσαν να εκμεταλλευτούν την παράλογη και ανεξέλεγκτη φρενίτιδα ενθουσιασμού που είχε καταλάβει το σύνολο των θεσμικών και κυρίως των περιστασιακών και βέβαια άπειρων επενδυτών, που τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο έσπευδαν αλόγιστα και διέθεταν σημαντικά χρηματικά ποσά για την αγορά μετοχών διαφόρων εταιρειών προσβλέποντας στην ταχεία αποκόμιση κέρδους και τη μεγιστοποίηση της αξίας τους με δεδομένη άλλωστε τη συνεχή ανοδική πορεία που κατέγραφε ο γενικός δείκτης του Χ.Α.».

Η κατηγορία

Σύμφωνα με την κατηγορία, στη Γενική Συνέλευση της 11ης Οκτωβρίου 1999 αποφασίστηκε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, χωρίς να προσδιορίζονται οι λόγοι, κατά 31.030.900.000 δρχ. Το ποσόν των 18.195.900.000 δρχ. θα καλύπτετο από την εισφορά των μετοχών έξι εταιρειών κατεχομένων από τα μέλη της οικογένειας Αγούδημου ενώ τα 2.835.000.000 δραχμές τοις μετρητοίς, με τιμή διάθεσης 1.150 δρχ. ανά μετοχή. Οπως αναφέρεται στο βούλευμα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διάθεση των μετοχών αποφασίστηκε να καταργηθεί το δικαίωμα προτίμησης των μετόχων «γεγονός που καταδεικνύει τη σαφή πρόθεση των κατηγορουμένων να αντλήσουν και μάλιστα σε μετρητά το συγκεκριμένο ποσό όχι από τους παλαιούς μετόχους της εταιρείας αλλά από ανυποψίαστους τρίτους». Σύμφωνα με την κατηγορία, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 1999 οι κατηγορούμενοι «με ιδιαίτερα μεθοδικές κινήσεις» φρόντισαν να διαρρεύσει στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη η πληροφορία ότι διατίθεται προς πώληση περιορισμένος αριθμός μετοχών της εταιρείας, της οποίας επίκειται η εισαγωγή στο Χ.Α., καθώς συγκεντρώνει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Στη δημιουργία αυτής της εντύπωσης αλλά και ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα ελκυστική επένδυση συνεισέφεραν και σχετικά δημοσιεύματα εφημερίδων. Το αποτέλεσμα ήταν οι πολιτικώς ενάγοντες αλλά και άλλοι επενδυτές να αγοράσουν μετοχές συνολικής αξίας 429.145.000 δρχ.

Κάθε άλλο όμως παρά ελκυστική ήταν αυτή η επένδυση καθώς, σύμφωνα με το βούλευμα, «τα όσα υποστήριζαν οι κατηγορούμενοι ήταν αναληθή και οι ίδιοι είχαν γνώση των ψευδών παραστάσεών τους αφού η νεοσύστατη εταιρεία δεν πληρούσε κατά το κρίσιμο δίμηνο Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1999 τις προϋποθέσεις».

Στο βούλευμα γίνεται αναφορά σε σειρά ενεργειών των κατηγορουμένων, οι οποίες σε συνδυασμό με τη διαρροή της πληροφορίας για επικείμενη είσοδο της εταιρείας στο χρηματιστήριο, εξυπηρετούσαν «την καλλιέργεια και εμπέδωση βάσιμης προσδοκίας στους διάφορους επενδυτές ότι η αποδοχή της αίτησής της και η αναγγελία της εισόδου της στην αγορά του Χ.Α. ήταν θέμα ολίγων μηνών».