ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε νέα φάση το ασφαλιστικό

Εάν υποθέσουμε ότι η «μητέρα» όλων των μεταρρυθμίσεων -στην παρούσα φάση- είναι το ασφαλιστικό, εξίσου βέβαιο είναι ότι η κυβέρνηση πρέπει να ανακαθορίσει τα σχέδια και την πρακτική της.

Λαμβάνοντας υπόψη την εντυπωσιακή άνοδο των κομμάτων της Αριστεράς (KKE, ΣΥΡΙΖΑ) αλλά και την ενδεχόμενη στροφή του ΠΑΣΟΚ προς τα αριστερά, λόγω της προφανούς απώλειας που υπέστη, θα πρέπει να εγκαταλειφθεί οποιοδήποτε μεταρρυθμιστικό σχέδιο προϋπέθετε προσχηματικό κοινωνικό διάλογο και συγκρουσιακή λογική, ανάλογη με αυτή που ίσχυσε στο μεταρρυθμιστικό σχέδιο για την εκπαίδευση. Αλλωστε, στροφή προς τα αριστερά πρέπει να αναμένουμε και στις συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Εάν λάβουμε υπόψη τις δεδηλωμένες θέσεις που έχουν για το ασφαλιστικό όχι μόνο τα κόμματα της Αριστεράς, αλλά και το ΠΑΣΟΚ και το ΛΑΟΣ και με δεδομένη την ισχνή πλειοψηφία -που με βάση τα exit polls – φαίνεται να εξασφαλίζει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τα κριτήρια αποδοχής των μεταρρυθμίσεων και δη του ασφαλιστικού γίνονται ακόμη πιο σύνθετα, απαιτούν σοβαρή προετοιμασία και λεπτές ισορροπίες. H κοινωνική πίεση, από το εκλογικό αποτέλεσμα είναι σαφέστατη και οι ισορροπίες που πρέπει να αναζητηθούν, είναι εξαιρετικά λεπτές.

Συνεπώς, ως πλέον πιθανό σενάριο -τουλάχιστον για το προσεχές χρονικό διάστημα κι εφόσον επιβεβαιωθεί μια έστω και ισχνή πλειοψηφία στη Βουλή- είναι η εγκατάλειψη της συνταξιοδοτικής μεταρρρύθμισης και η λήψη μέτρων για περιμετρικές αλλαγές, ενδεχομένως πολύ πιο ήπιες κι από αυτές που ακολούθησε η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ με το Νόμο Ρέππα, μετά την αποτυχία του πρώτου σχεδίου Γιαννίτση.

Στην καλύτερη των περιπτώσεων, αυτό που αναμένουμε για το κατακερματισμένο και δαπανηρό ασφαλιστικό σύστημα της χώρας (με τους 175 φορείς σύνταξης και ασθένειας) ακόμη κι αν οι έδρες του πρώτου κόμματος ξεπεράσουν τις 153, είναι τα εξής:

– H ολοκλήρωση ορισμένων ενοποιήσεων που έπρεπε ήδη να έχουν γίνει βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας (μέχρι 31.12.2007).

– H αναθεώρηση του καθεστώτος ασφάλισης με βαρέα και ανθυγιεινά.

– H θέσπιση κινήτρων παραμονής στην εργασία και μετά τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος.

– H (σχετική) βελτίωση της ανταποδοτικότητας των συντάξεων του IKA.

– H ενδυνάμωση του τρίτου πυλώνα, επαγγελματικών και ιδιωτικών συντάξεων, με τη χορήγηση φοροελαφρύνσεων.

Οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση στην κατεύθυνση αύξησης των ορίων ηλικίας, ή μείωσης των συντάξεων ή αύξησης των εισφορών, δεν έχουν μέλλον.

Αλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και το κόμμα της Ν.Δ., προεκλογικά, περιορίστηκε να επαναλάβει το πρόγραμμα του 2004 από το οποίο απουσιάζει οποιαδήποτε συγκρουσιακή τομή για το συνταξιοδοτικό. Στις προτάσεις της συμπεριέλαβε γενικές κατευθύνσεις (όπως η λειτουργική αναδιάρθρωση των ασφαλιστικών φορέων), καθησυχαστικές υποσχέσεις (όπως η σταδιακή και κατόπιν διαλόγου ενοποίηση Ταμείων και κλάδων στην κύρια και επικουρική ασφάλιση) και αυτονόητες στοχεύσεις (όπως η αποτελεσματική αξιοποίηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας).

Φυσικά, το μεγάλο ερώτημα, ακόμη κι αν η κυβέρνηση δεν αναμετρηθεί με τα μεγάλα ζητήματα της ασφάλισης είναι εάν θα επιχειρήσει, έστω και εν μέρει, να ανακόψει την αιμορραγία της εισφοροδιαφυγής που προσεγγίζει τα 4,5 δισ. ευρώ και να περιορίσει τις τεράστιες δαπάνες στον κλάδο υγείας.

Οι προθέσεις της κυβέρνησης που θα σχηματιστεί, εν μέρει θα κριθούν και από τα πρόσωπα που θα τοποθετηθούν στο κρίσιμο πόστο του υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας.

Τίποτε όμως, μέχρι και αυτήν την ώρα, δεν καταδεικνύει ότι θα υπάρξουν τομές για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. Αλλωστε, η ιστορία των ομολόγων και της διαχείρισης της περιουσίας που διαθέτουν τα ασφαλιστικά Ταμεία -θέμα σε δικαστική εκκρεμότητα- αναμφισβήτητα έχει αυξήσει την καχυποψία της κοινωνίας για τη δυνατότητα και την ικανότητα των κυβερνητικών στελεχών να προστατεύουν τα αποθεματικά των ταμείων.

Γι’ αυτόν το λόγο, στο άκουσμα των πρώτων αποτελεσμάτων, οι πιο ρεαλιστές -όταν ρωτήθηκαν για το τι μέλλει γενέσθαι στο ασφαλιστικό- εξέφρασαν τη βεβαιότητα ότι οι σοβαρές αποφάσεις θα ληφθούν μετά τις επόμενες εκλογές.