ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πολλαπλές οι επιπτώσεις σε θεμελιώδη μεγέθη

Στην ελληνική οικονομία, η ενίσχυση του ευρώ έχει πολλαπλές επιπτώσεις. Οσον αφορά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας έναντι της Ευρωζώνης, το ευρώ δεν παίζει κανένα ρόλο μιας και είναι το νόμισμα όλων των χωρών της Ευρωζώνης. Εάν χάνουμε ανταγωνιστικότητα έναντι των χωρών αυτών, αυτό οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο ότι η αύξηση των μισθών σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητος στην Ελλάδα είναι υψηλότερη απ’ ότι στις χώρες της Ευρωζώνης. Η απώλεια ανταγωνιστικότητος έχει αρνητικές επιπτώσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Το τελευταίο διογκώνεται όχι μόνο λόγω της διάβρωσης της ανταγωνιστικότητος αλλά και λόγω της διατήρησης της εγχώριας ζήτησης σε υψηλό επίπεδο λόγω των σχετικά μεγάλων ελλειμμάτων του δημοσίου τομέα, αλλά και λόγω των τεράστιων εισροών κεφαλαίων από το εξωτερικό. Οι εισροές κεφαλαίων, είτε προέρχονται από επενδύσεις ξένων που αγοράζουν ελληνικά ομόλογα, μετοχές, ακίνητα ή επιχειρήσεις, είτε από δανεισμό τραπεζών για την χρηματοδότηση καταναλωτικών, στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων, τείνουν να επηρεάζουν αυξητικά τις τιμές διαφόρων περιουσιακών στοιχείων και να τονώνουν την ζήτηση στην οικονομία μέσω του λεγόμενου «αποτελέσματος πλούτου» (ξοδεύει κανείς περισσότερο όταν ανεβαίνουν οι τιμές των ακινήτων ή των μετοχών που κατέχει, για παράδειγμα), επιδρώντας αρνητικά στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Συνεπώς, δεδομένης της ανατίμησης του ευρώ, η συγκράτηση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και η συμπίεση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων προβάλουν ως απαραίτητες προσαρμογές για την διατήρηση της καλής αναπτυξιακής πορείας της ελληνικής οικονομίας.

Θα πρέπει, τέλος, να επισημανθεί ότι η ανατίμηση του ευρώ τείνει να συγκρατεί το κόστος των εισαγωγών, περιλαμβανομένου του πετρελαίου, συμβάλλοντας στην καθήλωση του πληθωρισμού σε χαμηλό επίπεδο και στηρίζοντας έτσι τα εγχώρια εισοδήματα. Το ισχυρό ευρώ αυξάνει, επίσης, την αγοραστική δύναμη των ελληνικών επιχειρήσεων που επενδύουν στο εξωτερικό (εκτός Ευρωζώνης).

Οσον αφορά το πετρέλαιο ειδικότερα, η τιμή του πετρελαίου ήταν 23 δολάρια (24,4 ευρώ) στις αρχές του 2001, ενώ σήμερα είναι 80 δολάρια (57 ευρώ). Ενώ, δηλαδή, η τιμή του πετρελαίου σε δολάρια αυξήθηκε κατά 250% η τιμή του σε ευρώ αυξήθηκε μόνο κατά 135% περίπου λόγω ανατίμησης του ευρώ έναντι του δολαρίου, από 0,94 στις αρχές του 2001 σε 1,40 δολάρια στο ευρώ σήμερα. Η Ελλάδα εισάγει ετησίως περίπου για κατανάλωση 170 εκατ. βαρέλια πετρελαίου και πληρώνει 8,8 δισ. ευρώ (2006). Συνεπώς, εάν η ισοτιμία ευρώ – δολαρίου ήταν 1:1, τότε οι εισαγωγές μας θα ήταν κατά 23 ευρώ ανά βαρέλι (80-57) αυξημένες, δηλαδή θα πληρώναμε 3,9 δισ. ευρώ ετησίως επιπλέον για πετρέλαιο, ή μια επιβάρυνση 2% του ΑΕΠ περίπου. Από άλλη οπτική γωνία, η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης και της βενζίνης θα ήταν κατά 40-50% υψηλότερη απ’ ότι είναι σήμερα με σημαντικές επιπτώσεις στον πληθωρισμό, επηρεάζοντας αρνητικά τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών και τα κέρδη των επιχειρήσεων. Συνεπώς, η ανατίμηση του ευρώ έχει και αγαθά αποτελέσματα στον πληθωρισμό και, ενδεχομένως, επιτρέπει την ταχύτερη μείωση των επιτοκίων.

*Ο κ. Μιχαήλ Μασουράκης είναι Γενικός Διευθυντής Διεύθυνσης Μελετών Alpha Bank.