ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το πρόβλημα ρευστότητας στον κατασκευαστικό κλάδο και η περίπτωση της ΑΕΓΕΚ

Αν και αρκετοί προέβλεπαν ότι ο πρόσφατος κύκλος των εξαγορών και συγχωνεύσεων στον κατασκευαστικό κλάδο όδευε προς ολοκλήρωση, όλα δείχνουν ότι η τάση συγκέντρωσης θα συνεχίσει να απασχολεί την επικαιρότητα. Ο λόγος δεν είναι άλλος από τα σημαντικά προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν αρκετές από τις παραδοσιακές εταιρείες του χώρου που άλλοτε ήταν πρωταγωνίστριες των εξελίξεων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της ΑΕΓΕΚ, που βρέθηκε έως και την τρίτη θέση του κλάδου, πριν από μερικά χρόνια και που αν εξετάσει κανείς τις προοπτικές της (εφόσον ήταν υγιής οικονομικά), θα έμενε μάλλον ικανοποιημένος, μιας και έχει ανεκτέλεστο υπόλοιπο της τάξεως των 800 εκατ. ευρώ.

Η ΑΕΓΕΚ έχει συσσωρευμένες υποχρεώσεις της τάξεως των 500 εκατ. ευρώ σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τον ισολογισμό για το πρώτο εξάμηνο του έτους. Εξ αυτών, περίπου 400 εκατ. ευρώ είναι βραχυπρόθεσμες. Η διοίκηση δέχεται πλέον αφόρητη πίεση από τις πιστώτριες τράπεζες (Alpha Bank, Τράπεζα Πειραιώς και Εμπορική), προκειμένου να παραχωρήσει σε αυτές τα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει στο λιμάνι του Αστακού στην Αιτωλοακαρνανία. Το αντάλλαγμα θα είναι η διαγραφή μέρους των χρεών, που εκτιμάται ότι θα αγγίξει τα 120-150 εκατ. ευρώ. Το δεύτερο βήμα αφορά την είσοδο στρατηγικού επενδυτή, εξ Ινδίας, στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, με βασική αποστολή την ένεση ρευστότητας, προκειμένου να καταστεί εφικτή η χρηματοδότηση, όχι μόνο η συμμετοχή της (10%) στο συγχρηματοδοτούμενο έργο του Μαλλιακού Κόλπου (Μαλλιακός-Κλειδί), αλλά κυρίως το ΜΕΤΡΟ της Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, βέβαια εφόσον εισέλθει εν τέλει, ο στρατηγικός επενδυτής θα προσφέρει και «θωράκιση» της ΑΕΓΕΚ, απέναντι σε κάποια προσφορά εξαγοράς, φιλικής ή εχθρικής. Αλλωστε, κατά καιρούς το όνομα της Ελληνικής Τεχνοδομικής έχει βρεθεί στο επίκεντρο ως πιθανός αγοραστής της ΑΕΓΕΚ, αν και ακόμα δεν έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία απορρόφησης της Παντεχνικής.

Ευνοϊκή συγκυρία

Ετσι, η συγκυρία είναι ευνοϊκή για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων σε εξαιρετικά ελκυστικές αποτιμήσεις, συγκριτικά με την αξία τους, καθώς η ανάγκη εξεύρεσης κεφαλαίων για ορισμένες εταιρείες είναι άμεση. Αγνωστη παραμένει η πρόθεση των μεγάλων ομίλων να προχωρήσουν σε πλήρη εξαγορά μικρότερων εταιρειών, όπως για παράδειγμα έπραξε η J&Ρ-ΑΒΑΞ με την απόκτηση της ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ.

Η Προοδευτική και η ΒΙΟΤΕΡ δεν έχουν κρύψει την προσπάθεια εξεύρεσης στρατηγικού επενδυτή, ενώ οι διοικήσεις εμφανίζονται ανοικτές και σε κάποια πρόταση εξαγοράς, αν φυσικά ικανοποιούνται από αυτήν. Ηδη πάντως, η Προοδευτική επιχειρεί την είσοδο στρατηγικού επενδυτή, ο οποίος θα προέλθει πιθανότατα από τον ναυτιλιακό κλάδο. Εφόσον ληφθεί η σχετική απόφαση αύξησης μετοχικού κεφαλαίου που δρομολογεί η διοίκηση, δεν αποκλείεται να υπάρξουν εξελίξεις. Μεταξύ των πιθανών ονομάτων συγκαταλέγεται ο εφοπλιστής κ. Γιώργος Γιουρούκος της εταιρείας Technomar Shipping. Με τη σειρά της και η ΔΙΕΚΑΤ απαλλάσσεται το τελευταίο διάστημα από συμμετοχές και ακίνητα, που δεν δύναται να αναπτύξει, προκειμένου να εξασφαλίσει πρόσθετη ρευστότητα.

ποιοι θα επιβιώσουν

Το βέβαιο είναι ότι όπως έχει σήμερα η κατάσταση, ελάχιστοι θα είναι εκείνοι που θα επιβιώσουν στο μέλλον και ακόμα πιο λίγοι θα έχουν ενεργό ρόλο στα δημόσια έργα. Αυτό ήδη αποτελεί πραγματικότητα σήμερα, καθώς αν εξαιρέσει κανείς τα τρία μεγάλα σχήματα (Ελλ.Τεχνοδομική-Ακτωρ, ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ και J&Ρ-ΑΒΑΞ), οι υπόλοιπες εταιρείες ανέλαβαν ελάχιστα δημόσια έργα κατά το 2007. Για παράδειγμα, η Μηχανική έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στην ανάπτυξη ακινήτων στο εξωτερικό, παρατηρώντας με προσοχή τα τεκταινόμενα στον ελληνικό χώρο, επιλέγοντας να συμμετάσχει σε λίγους διαγωνισμούς, όπου η διοίκηση κρίνει ότι τα περιθώρια κέρδους είναι αποδεκτά.

Ωστόσο, άλλες εταιρείες έχουν πάψει από καιρό να συμμετέχουν, όχι τόσο λόγω επιλογής, όσο επειδή δεν διαθέτουν πλέον τα απαιτούμενα κεφάλαια που θα χρηματοδοτήσουν την κατασκευή των νέων έργων, ιδίως αν υπολογίσει κανείς δύο επιπρόσθετους παράγοντες: την ύπαρξη υφιστάμενων έργων που μετά βίας εκτελούνται και το εξαιρετικά μικρό, σε ορισμένες περιπτώσεις, περιθώριο κέρδους των υπό δημοπράτηση έργων. Οι μεγάλες εκπτώσεις που δόθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σε δεκάδες δημόσια έργα, μπορεί να ωφέλησαν τα δημόσια ταμεία, αλλά οδήγησαν στα πρόθυρα του αφανισμού όσες από τις μικρότερες εταιρείες τόλμησαν να ακολουθήσουν αυτήν την οδό.