Πρέπει να πληρώσουν, ακόμη και αν κάποτε δικαιωθούν

Πρέπει να πληρώσουν, ακόμη και αν κάποτε δικαιωθούν

3' 12" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Η έκτακτη εισφορά που επέβαλε η κυβέρνηση στους φορολογούμενους οι οποίοι δηλώνουν εισοδήματα άνω των 60.000 ευρώ κινείται σε δικαστική διελκυστίνδα, καθώς κατά εκατοντάδες προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη αμφισβητώντας ευθέως τη νομιμότητα του μέτρου.

Η απροσδόκητη τροπή της υπόθεσης έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στο οικονομικό επιτελείο, το οποίο μελετά όλες τις δικαστικές πτυχές διαθέτοντας σειρά επιχειρημάτων στη νομική του φαρέτρα. Επί της ουσίας, η δικαστική εξέλιξη δεν επηρεάζει την είσπραξη της εισφοράς, αφού οι φορολογούμενοι καλούνται να πληρώσουν και να περιμένουν, όσοι προσφύγουν τελικώς, τη δικαίωση μετά την παρέλευση δεκαετίας!

Η φορολογική νομοθεσία δίνει στον φορολογούμενο τη δυνατότητα να προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια, στην περίπτωση που κρίνει ότι ο φόρος που καλείται να πληρώσει δεν είναι νόμιμος, υπό την προϋπόθεση, να έχει καταβληθεί το 10% του αμφισβητούμενου φόρου. Στην περίπτωση της έκτακτης εισφοράς, όμως ο φορολογούμενος πρέπει να καταβάλει ολόκληρο το ποσό ακόμη και αν τελικώς προσφύγει στη Δικαιοσύνη. Διαφορετικά θα του επιβληθεί πρόστιμο.

Η πρώτη δικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου Πειραιά αν και ήταν θετική για τον δικηγόρο που προσέφυγε, είναι προσωρινή και δεν εισήλθε στην ουσία του νομικού ζητήματος. Του εξασφάλισε ωστόσο, το δικαίωμα να μην καταβάλει την εισφορά για όσο διάστημα απαιτηθεί, περίπου τρεις μήνες, έως ότου εκδοθεί η απόφαση επί της αιτήσεως αναστολής. Σε περίπτωση όμως, που χάσει στο επόμενο δικαστικό στάδιο, θα κληθεί να πληρώσει την εισφορά προσαυξημένη κατά 1% για κάθε μήνα καθυστέρησης. Επομένως, θα πρέπει να γνωρίζουν όσοι επιλέξουν τη δικαστική οδό, ότι η κατάθεση προσφυγής δεν αναστέλλει την είσπραξη της εισφοράς, όπως αποσαφηνίζει στην «Κ» ο δικηγόρος κ. Κώστας Μπακάλης. Οι προσαυξήσεις δε, μπορούν να φθάσουν μέχρι το 200% της κύριας οφειλής, ενώ ένα δεύτερο σημαντικό μειονέκτημα είναι ότι δεν χορηγείται στον φορολογούμενο πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας. Και ο δρόμος της Δικαιοσύνης είναι μακρύς και αβέβαιος ως προς την έκβαση του τελικού αποτελέσματος.

Η προβληματική που αναπτύσσεται περί της συνταγματικότητας του μέτρου εδράζεται κατά βάση στην αναδρομικότητά του. Οπως υποστηρίζουν νομικοί, ο συγκεκριμένος φόρος παραβιάζει αρχές του Συντάγματος. Το βασικότερο επιχείρημα είναι ότι δεν μπορεί να επιβληθεί φόρος για εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν πριν από δύο χρόνια. Και τούτο διότι, το Σύνταγμα (άρθρο 78, παράγραφος 2) προβλέπει ότι δεν μπορεί να επιβληθεί φόρος ή οποιοδήποτε άλλο οικονομικό βάρος το οποίο να εκτείνεται πέρα από το προηγούμενο οικονομικό έτος εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε. Στον αντίποδα η διοίκηση αντιτείνει ότι δεν πρόκειται για φόρο, αλλά για εισφορά. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο οικονομικό έτος και στη χρήση (διαχειριστική περίοδο). Δηλαδή, το οικονομικό έτος 2008 φορολογούνται τα εισοδήματα της χρήσης του 2007.

Ενα δεύτερο ζήτημα που θίγεται, αφορά την αρχή της ισότητας (άρθρ. 4 του Συντάγματος), καθώς η εισφορά επιβάλλεται μόνο στα φυσικά και όχι τα νομικά πρόσωπα. Σε αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε άλλες φορολογικές υποθέσεις, έχουν κριθεί αντισυνταγματικές οι διατάξεις που επεφύλασσαν διαφορετική μεταχείριση στα φυσικά πρόσωπα έναντι των νομικών και αντιστρόφως.

Ενα τρίτο θέμα που ανακύπτει εστιάζεται στην αρχή της αναλογικότητας, αφού δεν υπάρχει φορολογική κλιμάκωση. Για παράδειγμα, ένας πολίτης με εισοδήματα 59.999 δεν πληρώνει εισφορά, ενώ ένας με 60.000 και ένα ευρώ θα πρέπει να καταβάλει 1.000 ευρώ. Επιπλέον, μια οικογένεια, με συνολικό εισόδημα -και των δύο συζύγων- 100.000 ευρώ (από 50.000 έκαστος), δεν θα πληρώσει εισφορά, ενώ ένας με εισόδημα 60.000 και ένα ευρώ καλείται να καταβάλει. Με βάση την ερμηνευτική εγκύκλιο του υπουργείου Οικονομικών (1075/09), στο φορολογητέο εισόδημα περιλαμβάνονται και εισοδήματα απαλλασσόμενα της φορολογίας, ή φορολογηθέντα με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, τα οποία οι φορολογούμενοι έχουν αναγράψει στα πληροφοριακά στοιχεία της δήλωσης για λόγους κάλυψης τεκμηρίων (όπως η περίπτωση εισοδήματος από πώληση μετοχών, που έχει φορολογηθεί με 5% άπαξ).

Τέλος, θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν, ότι για να κριθεί ουσιαστικά σε πρώτο βαθμό μια προσφυγή, με τους βραδείς ρυθμούς της Δικαιοσύνης, απαιτούνται τουλάχιστον τέσσερα χρόνια, ενώ για τον δεύτερο βαθμό άλλα τόσα. Συνολικά, για να τελεσιδικήσει μια υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, μπορεί να ξεπεράσει και τη δεκαετία.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT