ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αντιμέτωπη με ανοιχτά μέτωπα η νέα Επιτροπή Ανταγωνισμού

Πολλά ανοιχτά μέτωπα σε μεγάλους και κρίσιμους τομείς της οικονομίας καλείται να αντιμετωπίσει η Επιτροπή Ανταγωνισμού υπό τη νέα της σύνθεση. Μεγάλο ερώτημα παραμένει εάν τα προταθέντα από τον υπουργό Ανάπτυξης μέλη της αρχής θα προλάβουν να αναλάβουν καθήκοντα ή οι πολιτικές εξελίξεις αναβάλλουν την έγκρισή τους από το Υπουργικό Συμβούλιο και την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής.

Ενα μεγάλο κεφάλαιο που κατά καιρούς έχει απασχολήσει όχι μόνο την Επιτροπή Ανταγωνισμού είναι οι κρατικές προμήθειες. Η αρχή έχει ήδη ξεκινήσει έλεγχο στον κλάδο των ιατρικών προμηθειών και ειδικά των ιατρικών αερίων προκειμένου να εντοπίσει στοιχεία που να τεκμηριώνουν τη νόθευση των διαγωνισμών, ενώ ανάλογη κατεύθυνση έχει η έρευνά της στον χώρο των γαλακτοβιομηχανιών, σε ό,τι αφορά τις προμήθειές τους σε νοσοκομεία, γηροκομεία, παιδικούς σταθμούς.

Σε πολύ πιο προχωρημένο στάδιο, καθώς ήδη η υπόθεση είχε εισαχθεί προς συζήτηση στην ολομέλεια, είναι οι οριζόντιες συμπράξεις στην ακτοπλοΐα με στόχο τον καθορισμό των τιμολογίων και των δρομολογίων στις γραμμές εσωτερικού και Αδριατικής.

Αλλες υποθέσεις, οι οποίες βρίσκονται σε εκκρεμότητα, αφορούν τους κλάδους του βιομηχανικού υγραερίου, του χάλυβα και κλάδων που έχουν ακόμη πιο άμεση σχέση με την καθημερινότητα του καταναλωτή όπως είναι των ζυμαρικών, του ρυζιού, των μαργαρινών, των αλεύρων, των παιδικών τροφών και φυσικά της λιανικής τραπεζικής. Η τελευταία, πάντως, πρόκειται για μια υπόθεση πολύπλοκη με πολλές τεχνικές δυσκολίες στον εντοπισμό πιθανών εναρμονισμένων πρακτικών στον καθορισμό των επιτοκίων.

Εκτός από τα μέτωπα, η νέα Επιτροπή Ανταγωνισμού, η οποία έχει «προικοδοτηθεί» και με ένα νέο, ευνοϊκότερο για τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητά της νόμο, έχει να αντιμετωπίσει και δύο προκλήσεις: αφενός να εκδώσει αποφάσεις οι οποίες θα καταπολεμούν τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, χωρίς παράλληλα να ενοχοποιείται για παρεμπόδιση της επιχειρηματικότητας και αφετέρου να μην εμπλακεί σε σκάνδαλα, όπως συνέβη το 2006 με τους περίφημους «κουμπάρους».

Αλλωστε, λόγω ακριβώς του βεβαρημένου παρελθόντος της εν λόγω αρχής, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εμφανίζονται αρκετά επιφυλακτικοί για τη νέα σύνθεσή της. Ενώ αρκετοί είναι εκείνοι που επιδοκιμάζουν το γεγονός ότι τη νέα επιτροπή απαρτίζουν άνθρωποι από τον χώρο της δικαιοσύνης, της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά και της αγοράς, δεν λείπουν εκείνοι που αμφισβητούν την επιλογή στελεχών που προέρχονται για παράδειγμα από τον χώρο των πετρελαιοειδών ή ενός κρατικού μονοπωλίου όπως η ΔΕΗ, τη στιγμή που οι αγορές καυσίμων και ενέργειας έχουν βρεθεί επανειλημμένως στο στόχαστρο ως πεδία άσκησης αντιανταγωνιστικών συμπεριφορών.

Από την άλλη, υπάρχει και η άποψη, σύμφωνα με την οποία ο καταδικασθείς ήδη για την «υπόθεση ΜΕΒΓΑΛ» τέως γενικός διευθυντής της Επιτροπής Ανταγωνισμού Π. Αδαμόπουλος ήταν υπάλληλος της Κομισιόν και όχι κάποιας εταιρείας.