ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αύξηση δημοσίου χρέους, πτώση ανταγωνιστικότητας την περίοδο 2004 – 2009

«Η κρίση μας οδήγησε στον πυρήνα των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας». Με τη φράση αυτή φέρεται να έκλεισε την παρουσίασή του για την κατάσταση της οικονομίας στον πρωθυπουργό, ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Γ. Προβόπουλος, την περασμένη Τετάρτη. Λίγες ώρες αργότερα, ο κ. Καραμανλής ανακοίνωσε την απόφασή του για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, προκειμένου μια νέα κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τα χρόνια προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.

Η κρίση έτσι κι αλλιώς είχε διαψεύσει τις πομφόλυγες περί θωρακισμένης οικονομίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τη δεύτερη επιτήρηση, είχε θρυμματίσει τον μύθο της δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Το 2009 το έλλειμμα θα επανέλθει στο 6%-7% του ΑΕΠ δηλαδή στα επίπεδα που είχε το 2004 μετά τη δημοσιονομική απογραφή. Η οικονομική κρίση προφανώς επηρέασε το δημοσιονομικό αποτέλεσμα, αλλά αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι το έλλειμμα δεν μειώθηκε ποτέ με τρόπο διατηρήσιμο. Υποχώρησε κάτω από το 3% του ΑΕΠ το 2006, όσο χρειαζόταν για να βγει η Ελλάδα από την επιτήρηση. Αμέσως μετά εκτινάχθηκε και πάλι παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα βρίσκεται υπό καθεστώς επιτήρησης, όχι για το φετινό έλλειμμα, που επηρεάζεται από την κρίση, αλλά για το έλλειμμα του 2007 και του 2008, όταν ακόμη η παγκόσμια ύφεση, δεν αποτελούσε παρά σενάριο εργασίας λίγων οικονομολόγων. Την αδυναμία πραγματικής δημοσιονομικής εξυγίανσης την αποδεικνύει η εξέλιξη του δημόσιου χρέους. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης, του στενού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα αυξήθηκε από τα 168 δισ. ευρώ ή το 98% του ΑΕΠ στο τέλος του 2003, στα 237 δισ. ευρώ ή 97,6% του ΑΕΠ το 2008. Αυξήθηκε δηλαδή κατά 69 δισ. ευρώ σε μια περίοδο που κατά τα άλλα η δημοσιονομική εξυγίανση ήταν ο βασικός στόχος της οικονομικής πολιτικής.

Αλλη σαφής ένδειξη ότι η δημοσιονομική εξυγίανση δεν επετεύχθη ποτέ είναι το γεγονός ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της εξαετίας, μόνο το σωτήριο και έμπλεο δημοσιονομικών θαυμάτων 2006, καταγράφηκαν πρωτογενή πλεονάσματα. Κι αυτά που καταγράφηκαν, θα εξαερώνονταν εάν το οικονομικό επιτελείο δεν μετέφερε στο μέλλον την πληρωμή εξοπλιστικών προγραμμάτων ή την εξόφληση υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τους προμηθευτές του. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. κληρονόμησε από την κυβέρνηση Σημίτη μια οφειλή των νοσοκομείων προς τις φαρμακευτικές εταιρείες ύψους 5 δισ. ευρώ και την εξόφλησε το 2005. Το 2009 θα παραδώσει στην επόμενη κυβέρνηση μια νέα οφειλή ύψους 6 δισ. ευρώ.

Συνολικά, οι δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν 39,1% του ΑΕΠ το 2003. Το 2008 διαμορφώθηκαν σε 40,3% του ΑΕΠ.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι οι κοινωνικές μεταβιβάσεις αυξήθηκαν, αφού από 15,9% του ΑΕΠ το 2003, έφτασαν στο 18,4% του ΑΕΠ το 2008. Ωστόσο, η αύξηση των κοινωνικών δαπανών μάλλον αύξησε τη σπατάλη, αφού δεν συνοδεύτηκε από βελτίωση της αποτελεσματικότητάς τους. Το ποσοστό της φτώχειας διατηρήθηκε μεταξύ 20% και 21% του πληθυσμού, όσο δηλαδή ήταν από το 1996 όταν άρχισε η Eurostat να πραγματοποιεί τέτοιες ρυθμίσεις.

Συμπέρασμα: ό,τι παρήγαγε ελλείμματα το 2003 εξακολουθεί να τα παράγει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και με τον ίδιο ρυθμό και σήμερα. Η εξαγγελία για εξοικονόμηση πόρων ύψους 10 δισ. ευρώ έμεινε στα χαρτιά. Οσο για τα έσοδα από 37,5% του ΑΕΠ το 2003 διαμορφώθηκαν στο 37,9% του ΑΕΠ το 2008, ενώ στο μεσοδιάστημα ήταν χαμηλότερα. Η μείωση των φορολογικών συντελεστών και η αύξηση των έμμεσων φόρων δεν οδήγησε σε περιορισμό της φοροδιαφυγής, αλλά σε διόγκωση και απώλεια δημοσίων εσόδων.

Ανάπτυξη με δανεικά

Η ελληνική οικονομία θα έχει φέτος αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει είναι η προοπτική μιας μακράς περιόδου στασιμότητας, λόγω της χαμηλής ανταγωνιστικότητάς της. Σύμφωνα με το World Economic Forum, στη διεθνή κατάταξη ανταγωνιστικότητας η Ελλάδα από την 39η θέση το 2003, υποχώρησε στην 67η το 2008.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από 13,2% του ΑΕΠ το 2003 εκτοξεύθηκε στο 14% του ΑΕΠ το 2007 για να υποχωρήσει στο 12,7% του ΑΕΠ 2008. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει καμία ουσιαστική βελτίωση. Αντίθετα, όλα συνηγορούν στο ότι η κρίση επιτάχυνε την εξάντληση ενός αναπτυξιακού μοντέλου που στηρίζεται στην κατανάλωση και τα δανεικά. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις είναι ελάχιστες και δεν αφορούν στη συντριπτική πλειονότητά τους δημιουργία νέων επιχειρήσεων, αλλά την εξαγορά συμμετοχών σε υφιστάμενες. Η επιχειρηματικότητα εξακολουθεί να συνθλίβεται μεταξύ της γραφειοκρατίας και του υψηλού κόστους ίδρυσης νέων επιχειρήσεων. Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές, ο υπουργός Ανάπτυξης Κ. Χατζηδάκης ανακοίνωσε ότι προτίθεται να καταθέσει ένα νομοσχέδιο για τη μείωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών ίδρυσης επιχειρήσεων. Την ίδια εξαγγελία είχαν το 2005 ο κ. Σιούφας και το 2007 ο κ. Φώλιας. Σίγουρα και ο επόμενος υπουργός Ανάπτυξης.