ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επιτακτική ανάγκη αλλαγής του αναπτυξιακού μοντέλου

Στην αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου των τελευταίων ετών καλείται να προχωρήσει η νέα κυβέρνηση. Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να συνεχίσει να στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση, στην ιδιωτική κατανάλωση, στην ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα και κυρίως στον δανεισμό Δημοσίου και ιδιωτών.

Ομως, στο οικονομικό επιτελείο που θα συγκροτηθεί τον Οκτώβριο -στην καλύτερη περίπτωση- πέφτει το βάρος των μεγάλων αλλαγών που θα έχουν ως στόχο κυρίως την προσέλκυση ξένων και μεγάλων επενδύσεων, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών που αποτελούν «βαρίδι» για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Οι προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει στο μέτωπο αυτό η νέα κυβέρνηση έχουν να κάνουν με την αναστήλωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, την ουσιαστική ενίσχυση των εξαγωγών και τον περιορισμό των εισαγωγών, τη διοχέτευση κεφαλαίων για επενδύσεις που θα δημιουργήσουν και νέες θέσεις εργασίας, αλλά και με τη στήριξη της βιομηχανίας.

Φέτος, για πρώτη φορά από το 1993 το ΑΕΠ συρρικνώθηκε. Στο δεύτερο τρίμηνο του έτους κατέγραψε αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης 0,3%, όταν στο πρώτο τρίμηνο είχε σημειώσει αύξηση 0,3% και πέρυσι στο δεύτερο τρίμηνο άνοδο 3,4%. Μάλιστα, η κατάσταση θα ήταν πολύ χειρότερη αν από τις αρχές του έτους μέχρι και σήμερα δεν αυξάνονταν οι δημόσιες δαπάνες και επενδύσεις. Κάτι τέτοιο, όμως, επιβαρύνει σημαντικά το δημοσιονομικό έλλειμμα, σε μια περίοδο που η Ελλάδα δεν έχει περιθώρια να εφαρμόσει επεκτατική δημοσιονομική πολιτική.

Στον τουρισμό, τα στοιχεία που υπάρχουν είναι δυσοίωνα. Μετά τις απώλειες που καταγράφονται στο οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2009, οι εκπρόσωποι του κλάδου ζητούν εκ νέου επιδότηση της απασχόλησης και για τους μήνες Σεπτέμβριο – Οκτώβριο, αλλά και ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, κατάργηση του σπατόσημου στα περιφερειακά αεροδρόμια και στήριξη του θαλάσσιου τουρισμού.

Στη βιομηχανία, η παραγωγή κατέγραψε για 13ο συνεχόμενο μήνα πτώση τον Ιούνιο του 2009 κατά 11,4% σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2008. Πλέον, πολλές βιομηχανίες και επιχειρήσεις κινδυνεύουν με «λουκέτο» ή προωθούν λύσεις μερικής ή περιστασιακής απασχόλησης.

Παράλληλα, η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα συνεχίζει τη «βουτιά» των τελευταίων ετών, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση σημείωσε πτώση 2% το δεύτερο τρίμηνο του 2009. Για τις δύο αυτές εξελίξεις, είχε προϊδεάσει η σημαντική επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών κατά 6,6% τον Ιούλιο, από 7,4% τον Ιούνιο και 15,9% τον Δεκέμβριο του 2008.

Οι εξελίξεις αυτές σε τουρισμό, βιομηχανία και οικοδομή οδηγούν σε μείωση της απασχόλησης και αύξηση της ανεργίας. Για φέτος εκτιμάται ότι το ποσοστό ανεργίας θα ανέλθει στο 9%-9,5% από 7,7% που ήταν πέρυσι, ενώ φέτος τον Μάιο (βάσει των τελευταίων διαθέσιμων στοιχείων) καταγράφηκαν 95.624 περισσότεροι άνεργοι σε σχέση με τον περυσινό Μάιο. Η νέα κυβέρνηση καλείται να δώσει άμεσα λύση στο πρόβλημα της ανεργίας, καθώς αν επαληθευθούν οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών και της Κομισιόν, το 2010 αναμένεται νέα αύξησή της.

Κλειστά επαγγέλματα

Σημαντική θεωρείται από τα αρμόδια στελέχη η καθυστέρηση της ψήφισης του νομοσχεδίου για την απελευθέρωση των υπηρεσιών. Με το νομοσχέδιο αυτό προχωρεί η εναρμόνιση στο εθνικό δίκαιο της σχετικής κοινοτικής οδηγίας, με στόχο η απελευθέρωση των υπηρεσιών να ισχύσει από 1 Ιανουαρίου 2010.

Αν και το νομοσχέδιο παρουσιάστηκε στη Βουλή, δεν πρόλαβε να ψηφιστεί. Το πρόβλημα είναι ότι για να εφαρμοστούν οι διατάξεις του απαιτούνται περί τις 35 εγκυκλίους και προεδρικά διατάγματα και ο χρόνος έκδοσής τους περιορίζεται δραστικά, με δεδομένο ότι στην καλύτερη περίπτωση η Βουλή θα επαναλειτουργήσει από τα μέσα Οκτωβρίου. Οι αρμόδιες αρχές πάντως θα συνεχίσουν τις απαραίτητες διαδικασίες για την καταγραφή των υπηρεσιών, ώστε να είναι έτοιμες όταν θα ανοίξει η Βουλή.

Πάντως, πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που αναμένεται να συνεισφέρει στην επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης (υπολογίζεται ότι από την απελευθέρωση θα προκύψει αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας κατά 2,14% του ΑΕΠ και περίπου 10.000 – 15.000 νέες θέσεις εργασίας), αλλά και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.