ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αύξηση των τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος ζητεί η Ε.Ε.

Θέμα αύξησης των τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος σε επίπεδα που να επιτρέπουν τη λειτουργία του ανταγωνισμού θέτει προς τις αρμόδιες αρχές της χώρας η E. E. μέσω προειδοποιητικής επιστολής για παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Με την ίδια επιστολή η Ελλάδα εγκαλείται για παράβαση της οδηγίας που προβλέπει νομικό, λογιστικό και λειτουργικό διαχωρισμό του δικτύου διανομής, ενώ με δύο ακόμη προειδοποιτικές επιστολές εγκαλείται για παραβάσεις που αφορούν το διασυνοριακό εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας (εισαγωγές – εξαγωγές), αλλά και την πρόσβαση τρίτων στο σύτημα φυσικού αερίου. H ελληνική πλευρά καλείται να δώσει πειστικές απαντήσεις σε διάστημα δύο μηνών από την παραλαβή των επιστολών και σύμφωνα με πληροφορίες ζήτησε και έλαβε παράταση ενός μήνα. Αυτό σημαίνει ότι μέχρι το τέλος Οκτωβρίου θα πρέπει να καταθέσει στην Κομισιόν στοιχεία που να δικαιολογούν την πολιτική που έχει ακολουθήσει σε τρεις κομβικούς τομείς για την ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου προκειμένου να αποφύγει το επόμενο βήμα της E. E., που είναι η αιτιολογημένη γνώμη.

Σε ό, τι αφορά το θέμα των τιμολογίων, η E. E. επισημαίνει ότι η «μέθοδος καθορισμού της ελεγχόμενης τιμής όπως προβλέπεται στην ελληνική νομοθεσία και όπως εφαρμόζεται σήμερα, λόγω του γενικού της χαρακτήρα, δεν ανταποκρίνεται στις αλλαγές των συνθηκών της αγοράς, δεν είναι διαφανής και δεν στοχεύει στους ευάλωτους πελάτες». Ως εκ τουτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί απαραίτηση σε μια κατάσταση ανταγωνισμού στην οποία υποτίθεται ότι οι τιμές καθορίζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας της αγοράς, σύμφωνα με την Επιτροπή.

Επισημαίνει, επίσης, ότι τα μέτρα που έλαβε η Ελλάδα για τη διαμόρφωση ανώτατων ορίων τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος στο σύνολο των καταναλωτών μέσης και χαμηλής τάσης, αλλά και αυτά που αφορούν τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (YKO), επέβαλαν ελεγχόμενες τιμές, οι οποίες δεν φαίνεται να διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των επιχειρήσων παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στους εθνικούς καταναλωτές. Σε ό, τι αφορά τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας, η E. E. υπενθυμίζει στην Ελλάδα την υποχρέωσή της βάσει σχετικής οδηγίας, να προσμετρήσει τις επιπτώσεις αυτών στη λειτουργία του ανταγωνισμού.

Επισημαίνει επίσης ότι ενώ θεωρητικά οι πελάτες υψηλής τάσης έχουν τη δυνατότητα επιλογής του προμηθευτή τους, λόγω του καθιερωμένου μοντέλου αγοράς, όλοι οι παραγωγοί και επιχειρήσεις εμπορίας ηλεκτρικής ενέργειας πωλούν στην αγορά χονδρικής. Το γεγονός ότι πέρυσι οι τιμές σε επίπεδο χονδρικής ήταν περίπου στα 80 ευρώ/μεγαβατώρα, ενώ η ελεγχόμενη μέση τιμή σε επίπεδο διανομής από τη ΔΕΗ ήταν στα επίπεδα των 60 ευρώ/μεγαβατώρα, δεν δημιούργησε κανένα κίνητρο στους εισαγωγείς να προμηθεύσουν τους τελικούς πελάτες.

Η E. E. στρέφεται ευθέως κατά του καθεστώτος των ελεγχόμενων τιμών, αλλά και του τρόπου λειτουργίας της ημερήσιας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς εκτιμά ότι «παρέχουν προτιμησιακή μεταχείριση στη ΔΕΗ και κατά συνέπεια εισάγουν διάκριση έναντι των άλλων παραγόντων της αγοράς». Προμηθευτές εκτός της ΔΕΗ πραγματικά εμποδίζονται να πωλούν σε τελικούς πελάτες, καταλήγει η Κομισιόν.

Οσον αφορά τον Διαχειριστή Δικτύου Διανομής, η E. E. επικαλείται την οδηγία που απαιτεί διαχωρισμό των καθηκόντων διανομής και μεταφοράς των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση του συνδυασμένου δικτύου.