ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ανεργία δεν οφείλεται στην κρίση

Τελικώς, το αιφνίδιο των εκλογών δεν επέτρεψε την απορρόφηση χιλιάδων ανέργων στα επίμαχα προγράμματα των ΟΤΑ με τους πόρους του ΟΑΕΔ. Από τη μια πλευρά οι καθυστερήσεις της ΚΕΔΚΕ για την εξασφάλιση των συμπληρωματικών πόρων και από την άλλη ο φόβος των κυβερνητικών στελεχών να υποστούν την κριτική των μαζικών ρουσφετολογικών προσλήψεων, κατόρθωσαν να ακυρώσουν ή να αναβάλουν ένα από τα πιο πολυσυζητημένα προγράμματα για την απορρόφηση ανέργων. Αλλά και τα προγράμματα του υπουργείου Απασχόλησης, για τα τεχνικά έργα, το περιβάλλον, τον τουρισμό και την κοινωνία της πληροφορίας που πρόκειται να «απασχολήσουν» καταρτίζοντας περίπου 60.000 ανέργους, παρότι είναι έτοιμα και απομένει μόνο η αξιολόγηση από τις γνωμοδοτικές επιτροπές, θα αποτελέσουν «δώρο» για την επόμενη κυβέρνηση που θα κληθεί να αντιμετωπίσει προσεχώς την εκδήλωση της μαζικής ανεργίας το 2010. Το πώς θα την αντιμετωπίσει αποτελεί έναν ακόμη γρίφο.

Πάντως, ακόμη κι αν δεν είχε εκδηλωθεί η διεθνής οικονομική κρίση, η Ελλάδα θα ήταν αναγκασμένη να αντιμετωπίσει, με επείγοντα μέτρα την αυξανόμενη ανεργία. Τα στοιχεία μαρτυρούν ότι την τελευταία 25ετία αυξάνεται διαρκώς το απόθεμα του απαξιωμένου εργατικού δυναμικού που μπαίνει σε αχρηστία ή αρχίζει να αποκτά εργασιακή εμπειρία μετά την ηλικία των 30 χρόνων κι αφού έχουν δαπανηθεί σε σπουδές, πτυχιακά και μεταπτυχιακά, οικογενειακοί προϋπολογισμοί χωρίς πρόβλεψη απόσβεσης. Η διαφορά στα χαρακτηριστικά αυτού του «αποθέματος» από τη δεκαετία του ’60 είναι ότι δεν προέρχεται μόνο από τις δυτικές συνοικίες, έχει καλύτερο επίπεδο μόρφωσης και διαχέεται σε όλα τα μεσαία κοινωνικά στρώματα.

Αυτό προκύπτει και από τη μελέτη και την επεξεργασία των στοιχείων που έκανε το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ετήσια έκθεση που πρόκειται να παρουσιάσει την προσεχή Τρίτη. Προκύπτει ότι τα τελευταία χρόνια δημιουργείται ένα απόθεμα «νέων» ανέργων, που φτάνει ετησίως έως και τα 40.000 άτομα. Από όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες εισέρχονται κάθε χρόνο στην αγορά, σε αναζήτηση μιας θέσης εργασίας, από 52.000 έως 78.000 νέοι άνθρωποι. Από αυτούς η αγορά απορροφά μόλις 36.000 με 40.000 άτομα. Επομένως, το πρόβλημα είναι διαχρονικό. Δεν οφείλεται στη διεθνή οικονομική συγκυρία και συνήθως συγκαλύπτεται είτε μέσω της διόγκωσης του δημόσιου τομέα, είτε μέσω της ανορθόδοξης και παράλογης κατανομής των κοινοτικών κονδυλίων σε προγράμματα κατάρτισης αμφίβολης αποτελεσματικότητας.

Δυστυχώς, η κατάσταση στην απασχόληση και τις εργασιακές σχέσεις δεν απασχολεί την προεκλογική αντιπαράθεση, ούτε καν ως διατύπωση «ακραίων» απόψεων. Ισως και να αποτελεί κοινή συνείδηση πως το μοντέλο απασχόλησης έχει στερέψει και ουδεμία αναδιάταξη του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου, ακόμη κι αν εξασφάλιζε τη μέγιστη δυνατή ευελιξία, δεν θα κατόρθωνε να λειτουργήσει αναζωογονητικά σε μια αγορά που δεν δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας. Ακόμη και οι θιασώτες των νεοφιλελεύθερων συνταγών αναγνωρίζουν τώρα ότι μόνο οι θετικές προσδοκίες για την οικονομική ανάκαμψη μπορούν να λειτουργήσουν λυτρωτικά για την αγορά εργασίας, εφόσον συνδεθεί με την αύξηση της ρευστότητας, την τόνωση της ζήτησης τις επενδύσεις και τη δικαιότερη φορολογική ανακατανομή.

Ακόμη και η κατάργηση των συμβάσεων, η αποδέσμευση των επιχειρήσεων από το κόστος των κλαδικών αυξήσεων δεν μπορεί να επιφέρει παρά ελάχιστη συγκράτηση των απολύσεων που φαίνονται στον ορίζοντα του 2010.

Το ΙΝΕ εκτιμά ότι αν οι ρυθμοί ανάπτυξης κινηθούν σε αρνητική τροχιά, το 2010 οι «νέοι» άνεργοι θα ξεπεράσουν τους 100.000. Η πρόβλεψη αυτή εδράζεται στην πρόβλεψη για δυσμενείς εξελίξεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Δυστυχώς, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία επαλήθευσε τη δυσμενή πρόβλεψη του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ. Οι άνεργοι τον Ιούνιο του 2009 αυξήθηκαν κατά 67.729 άτομα σε σχέση με τον Ιούνιο του 2008 και κατά 7.306 άτομα σε σχέση με τον περασμένο Μάιο. Ταυτοχρόνως, πάνω από 10.000 εργαζόμενοι μετακινήθηκαν σε 4ωρα απασχόλησης. Η μόνιμη απασχόληση μειώθηκε για πρώτη φορά από το 1988 σε ποσοστό 2,25%, ενώ η προσωρινή απασχόληση αυξήθηκε κατά 8,45% μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2009. Αύξηση κατά 1% εμφανίζει και η μερική απασχόληση το ποσοστό της οποίας ανέρχεται στο 6,15% του συνόλου των απασχολουμένων.