ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής

Ενα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στην πολιτική μας ζωή είναι εκείνο της φοροδιαφυγής. Είναι θέμα άμεσης προτεραιότητας στα προγράμματα όλων των κομμάτων και το ερώτημα φυσικά είναι γιατί όλα αυτά τα χρόνια το φαινόμενο αυτό όχι μόνο δεν περιορίζεται, αλλά και γίνεται οξύτερο. Ισως η απάντηση να είναι απλή. Ολες οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων, παρά τις καλές τους προθέσεις προσπάθησαν να το αντιμετωπίσουν με διατάξεις και εγκυκλίους και με εντατικοποίηση των φορολογικών ελέγχων, χωρίς να εστιάσουν την πολιτική τους στις ενδογενείς αδυναμίες του πολιτικού και οικονομικού μας συστήματος.

Είναι γνωστό πλέον ότι για να αποδώσει μια πολιτική πρέπει να χαρακτηρίζεται από συνέχεια, συνέπεια και αξιοπιστία και φοβούμαι ότι κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν υπάρχει στη φορολογική πολιτική που ακολούθησαν οι κυβερνήσεις μας τα τελευταία χρόνια. Με τη δημοσιονομική κρίση στην οποία έχει μπει η ελληνική οικονομία και η οποία έχει επιταθεί με τη διεθνή οικονομική κρίση, το θέμα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής έχει γίνει και πάλι βασικός στόχος για την αύξηση των εσόδων του Δημοσίου και τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Με βάση τη διεθνή εμπειρία και την ελληνική πραγματικότητα θα μπορούσαμε να θέσουμε μερικά βασικά θέματα τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για μια πιο αποτελεσματική πολιτική κατά της φοροδιαφυγής.

Το πρώτο στοιχείο μιας νέας πολιτικής πρέπει να είναι η αναδιοργάνωση των φορολογικών υπηρεσιών, με σύγχρονες μεθόδους και η αξιοποίηση του προσωπικού τους όχι με βάση κομματικά, αλλά αξιοκρατικά κριτήρια. Ισως η ανάθεση της λειτουργίας των υπηρεσιών σε μόνιμο υφυπουργό ή γραμματέα, η θητεία του οποίου θα είναι τουλάχιστον 5ετής και θα έχει την αποκλειστική ευθύνη για τη λειτουργία της, να βοηθήσει στο να περιοριστεί ο κομματισμός.

Απλοποίηση και εξορθολογισμός της νομοθεσίας μας και κωδικοποίησή της. Είναι τόσο πολύπλοκη η νομοθεσία μας και με τόσο παράλογες ρυθμίσεις, που η εφαρμογή της όχι μόνο δυσκολεύει το έργο των υπηρεσιών, αλλά και δημιουργεί σύγχυση στον φορολογούμενο. Το υπουργείο Οικονομικών να κωδικοποιήσει τη νομοθεσία, να τη βάλει στην ιστοσελίδα του υπουργείου και να την ενημερώνει συνεχώς.

Να καταργηθεί η πολιτική των φορολογικών ελέγχων όλων των φορολογικών δηλώσεων και οι υποθέσεις που ελέγχονται θα επιλέγονται με βάση δειγματοληψία, η οποία θα στηρίζεται σε σύγχρονες μεθόδους ανάλυσης κινδύνων για τις επιχειρήσεις και τα άτομα που έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες για φοροδιαφυγή. Το ποιες υποθέσεις θα ελέγχονται δεν θα επαφίεται πλέον στη διακριτική ευχέρεια του προϊσταμένου της κάθε εφορίας, αλλά η επιλογή θα γίνεται από την κεντρική υπηρεσία ανάλυσης κινδύνων φοροδιαφυγής.

Να σταματήσει οριστικά η πολιτική των ρυθμίσεων και των φορολογικών αμνηστιών, που υποσκάπτει την αξιοπιστία των συνεπών φορολογουμένων και επιβραβεύει τους φοροφυγάδες.

Πρόστιμα – προσφυγές

Εξορθολογισμός του συστήματος ποινών με γνώμονα όχι τόσο το να είναι εξοντωτικά, αλλά να μπορούν να εφαρμόζονται αποτελεσματικά. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο θα πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός επίλυσης των φορολογικών διαφορών και η προσφυγή στα δικαστήρια να είναι το έσχατο μέσο. Επιπλέον θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα δημιουργίας ειδικών φορολογικών δικαστηρίων και να μην παραπέμπονται στα τακτικά δικαστήρια πολύπλοκες φορολογικές υποθέσεις σε δικαστές που δεν έχουν καμιά γνώση του αντικειμένου. Αναβάθμιση και συνεχής βελτίωση των υποδομών πληροφορικής για να υπάρχει η δυνατότητα επεξεργασίας και διασταύρωσης του πλήθους των πληροφοριών που υποβάλλονται στις φορολογικές υπηρεσίες ή σχετικά με τις επιχειρήσεις και τα άτομα που έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες για φοροδιαφυγή.

Συστηματική μελέτη των εξελίξεων και των προβλημάτων της φορολογίας σχετικά με την επίδραση της φορολογίας στη διανομή του εισοδήματος, την επιχειρηματική δραστηριότητα, τους παράγοντες που επηρεάζουν τα φορολογικά έσοδα.

Εφαρμογή και από τη χώρα μας των αρχών του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές, που αφορούν υπερτιμολογήσεις και υποτιμολογήσεις, αλλά και τη γενικότερη συμπεριφορά των πολυεθνικών.

Η αποτελεσματική εφαρμογή του «πόθεν έσχες». Ειδική κεντρική υπηρεσία του υπουργείου, με βάση τις εισηγήσεις της υπηρεσίας ανάλυσης κινδύνων, να μπορεί να ζητεί την άρση του τραπεζικού απορρήτου των φορολογουμένων για τους οποίους υπάρχουν ενδείξεις διάπραξης φοροδιαφυγής.

Να αναπτυχθεί η συνεργασία με φορολογικές αρχές άλλων χωρών για την ανταλλαγή πληροφοριών, αλλά και εμπειριών σε θέματα φορολογικής νομοθεσίας, πρακτικών και νέων μεθόδων αντιμετώπισης των νέων μορφών φοροδιαφυγής που ανακύπτουν σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά.

Ολα τα παραπάνω δεν είναι δύσκολο να εφαρμοστούν, αν γίνουν μέσα στο πλαίσιο διαλόγου με τους οικονομικούς φορείς και διαμορφωθεί ένα καλά σχεδιασμένο και συνεκτικό πρόγραμμα. Επιπλέον είναι σημαντικό να διαμορφωθεί ένα νέο και τελείως διαφορετικό πλαίσιο για πάταξη της διαφθοράς. Λύσεις υπάρχουν αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση και όλοι οι φορείς και οι πολίτες να κατανοήσουν ότι η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί.

* Ο κ. Βασίλης Θ. Ράπανος είναι καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών.