ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι Ευρωπαίοι θεσμικοί επιστρέφουν στην αγορά ακινήτων

Επανέρχεται στο «μικροσκόπιο» των θεσμικών επενδυτών η αγορά κατοικίας σε σειρά ευρωπαϊκών χωρών, όπως καταδεικνύει σχετική έρευνα της γερμανικής Patrizia Immobilien AG. Σύμφωνα με αυτήν, αγορές όπως η Σουηδία, η Δανία, η Γαλλία και η Γερμανία αποδεικνύονται ελκυστικότερες από τον μέσο όρο όσον αφορά το ύψος των ενοικίων που διατίθενται και κατά συνέπεια και των αποδόσεων για τους επενδυτές. Αντιθέτως, με βάση την ανάλυση των επιμέρους χαρακτηριστικών κάθε αγοράς και πλήθος παραγόντων, όπως οι πρακτικές δανεισμού, οι δημογραφικές εξελίξεις κάθε χώρας και το μέγεθος των νοικοκυριών, χώρες όπως η Λιθουανία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Εσθονία και η Αυστρία δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ελκυστικές για τους επενδυτές.

Ασφαλώς, τα παραπάνω συμπεράσματα αφορούν τον μέσο όρο κάθε χώρας, μια και μεμονωμένες περιοχές σε κάθε χώρα ενδέχεται να κρύβουν επενδυτικές ευκαιρίες. Οι επενδυτές που έχουν περισσότερο μεσομακροπρόθεσμο χαρακτήρα εξετάζουν κυρίως τις δημογραφικές τάσεις κάθε χώρας. Ετσι, σε ό, τι αφορά την ανάπτυξη του πληθυσμού από το 2005 έως το 2050, προκύπτουν ιδιαίτερα χρήσιμα συμπεράσματα. Συγκεκριμένα, στη Λεττονία αναμένεται μείωση του πληθυσμού κατά 23%, τη στιγμή που στην Ιρλανδία προβλέπεται εκτίναξή του σχεδόν κατά 50%, κάτι που σημαίνει ότι οι ανάγκες στέγασης θα πολλαπλασιαστούν, μαζί τους και οι επενδυτικές προοπτικές στην αγορά κατοικίας.

Συνολικά, όμως, σε όλες τις χώρες της Ευρώπης θα καταγραφεί αύξηση του μέσου όρου ηλικίας του πληθυσμού, αφ’ ενός μεν λόγω της υπογεννητικότητας που διαμορφώνεται κοντά στα ιστορικά χαμηλά, αφ’ ετέρου λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής. Οσον αφορά το ζήτημα της αστικοποίησης, αυτή εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να αναπτύσσεται στις περισσότερες χώρες. Εξαίρεση αποτελούν οι χώρες της Βαλτικής, η Πολωνία και η Τσεχία, όπου ο πληθυσμός των πόλεων προβλέπεται να διαγράψει πτωτική πορεία, αν και με χαμηλότερο ρυθμό απ’ ό, τι ο συνολικός πληθυσμός. Ωστόσο, η ζήτηση κατοικιών δεν πρόκειται να επηρεαστεί αρνητικά, καθώς ενισχύεται το μέσο μέγεθος κάθε νοικοκυριού, επομένως και οι κατά κεφαλήν ανάγκες στέγασης.

Σήμερα, βέβαια, η αγορά κατοικίας των περισσότερων χωρών διάγει περίοδο διόρθωσης, η ένταση της οποίας ποικίλλει από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, οι χώρες που γνώρισαν μεγαλύτερη άνθηση της αγοράς κατοικίας τα προηγούμενα χρόνια ήταν εκείνες με τα μεγαλύτερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης, όπως η Ισπανία, η Ιρλανδία και η Μεγ. Βρετανία. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2007 κατασκευάστηκαν 2,6 εκατ. κατοικίες πανευρωπαϊκά. Σχεδόν το 1/3 αυτών βρίσκονταν στην Ισπανία. Την ίδια στιγμή, στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία της ηπείρου, κατασκευάστηκαν μόλις 210.000 κατοικίες ή περίπου 8% του συνόλου.

Ο λόγος είναι ότι πάνω από το 50% του πληθυσμού στη Γερμανία προτιμά την ενοικίαση αντί της αγοράς κατοικίας, κάτι που ισχύει και στην περίπτωση της Ελβετίας. Διόλου τυχαία, λοιπόν, οι δύο χώρες επηρεάστηκαν πολύ λιγότερο από την πτώση των τιμών των κατοικιών.