ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τράπεζες: επιστροφή κεφαλαίων, έξοδος του κράτους

Η συζήτηση για τις αμοιβές και τα μπόνους των τραπεζικών στελεχών δεν δικαιολογεί τις ώρες που χάνουν οι ηγέτες των «20» κρατών με τις συζητήσεις τους στο βιομηχανικώς έκπτωτο Πίτσμπουργκ των Ηνωμένων Πολιτειών. Βεβαίως και υποστηρίζω αναφανδόν τις προσπάθειες να συνδεθούν οι τραπεζικές αμοιβές μόνον με αποδεδειγμένες και μεσοπρόθεσμες επιδόσεις. Οσο όμως η επιχειρηματική αμοιβή παραμένει ελεύθερη, είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν άλλοι περιορισμοί, πλην εκείνων που ήδη έχει επιβάλει η κρίση. Το θέμα άλλωστε αφορά κυρίως τον αγγλοσαξωνικό κόσμο. Στις υπόλοιπες χώρες, οι τραπεζικοί (και όχι τραπεζίτες!) απολαμβάνουν τα ίδια «προνόμια» με πολλούς ακόμη εργαζομένους και στελέχη άλλων τομέων της οικονομίας. Αν ήθελαν (κι αν βεβαίως μπορούσαν…) οι ισχυροί πολιτικοί, θα είχαν αφήσει περισσότερες τράπεζες να έχουν τη μοίρα της Lehman Bros, όπως άλλωστε επέμειναν οι πλέον συντηρητικοί. Ανόητη όσο και εξωπραγματική άποψη, αφού κάτι τέτοιο θα είχε εξαφανίσει την αγορά, πριν αυτή προλάβει να «τιμωρήσει» τους κακούς και να ξεχωρίσει τους «άριστους».

Πίσω από τις θεωρητικές και λαοπλάνες κουβέντες, το κρίσιμο θέμα για την οικονομία είναι να βρουν οι τράπεζες τα κεφάλαια που απαιτεί η κάλυψη των τεράστιων κινδύνων που διατηρούν στα χαρτοφυλάκιά τους. Επειδή ακριβώς οι κίνδυνοι αυτοί δεν πρόκειται να εκλείψουν, επειδή η σύγχρονη οικονομία και η παγκόσμια λειτουργία της απαιτεί τη διαχείριση παρόμοιων κινδύνων, οι τράπεζες χρειάζονται πρόσθετα και πολύ ισχυρά κεφάλαια. Η οικονομική σκέψη γνωρίζει πολύ καλά ότι οι επενδύσεις, άρα και η αμοιβή εργασίας και κεφαλαίου, προκύπτουν μόνον όταν έχει προηγουμένως βρεθεί η ρευστότητα που απαιτείται για την πραγματοποίησή τους. Οι δανειακές πιστώσεις γεννούν τα νέα εισοδήματα και όχι το αντίστροφο.

Υπ’ αυτή την έννοια, οι τράπεζες πρέπει να βάλουν γρήγορα πίσω τα κεφάλαια που δανείστηκαν από τα κράτη και να επιστρέψουν στην αυτονομία τους. Η επιτροπή της Βασιλείας, τα στελέχη των μεγάλων κεντρικών τραπεζών και οι εκπρόσωποι των μεγάλων κυβερνήσεων έχουν συμφωνήσει στην ενίσχυση του πλαισίου εποπτείας, αξιολόγησης των κινδύνων και προσδιορισμού των αμοιβών. Μένει να ευλογηθεί από τους αρχηγούς των κρατών.

Η πραγματική προϋπόθεση όμως δεν είναι άλλη από την επιστροφή εμπιστοσύνης των κεφαλαιούχων στο μέλλον των τραπεζών, ώστε να στηρίξουν το μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών. Οι κυβερνήσεις -προφανώς το ίδιο ισχύει και για την ελληνική- οφείλουν να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να ενισχύσουν αυτήν ακριβώς την εμπιστοσύνη.

Αν ήταν δυνατόν, και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι απολύτως εφικτό, το κράτος πρέπει να αποσυρθεί πλήρως από οιαδήποτε συν-διαχείριση. Το κράτος πρέπει να ζητήσει από τις τράπεζες να επιστρέψουν το ταχύτερο, δίχως πάντως να εκτεθούν σε νέους κινδύνους, τις εγγυήσεις που παρείχαν πέρυσι τέτοιον καιρό, προκειμένου να λειτουργήσει η χρηματαγορά. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο τράπεζες στην Ελλάδα που μπορούν να βγουν από το σχήμα εγγύησης που έτρεξε πέρυσι. Ας τις παροτρύνουν. Αντ’ αυτού, άφρονες παράγοντες ομιλούν περί κρατικής δήμευσης των κρατικών εγγυήσεων που δόθηκαν προκειμένου να σταθεί όρθιο το κράτος. Προφανώς, είναι οι ίδιοι που διαβεβαιώνουν προς πάσα κατεύθυνση: «Μην ανησυχείτε, υπάρχουν λεφτά»!